Η ελληνική πολιτική σκηνή εισέρχεται σε μία από τις πιο κρίσιμες στιγμές του τελευταίου κύματος μεταπολιτευτικών αλλαγών, με την κυβέρνηση να ανοίγει επισήμως τη διαδικασία αναθεώρησης του Ελληνικού Συντάγματος — μία πρωτοβουλία που φιλοδοξεί να προωθήσει εκτεταμένες θεσμικές αλλαγές, αλλά ταυτόχρονα κρίνεται από το πολιτικό στοίχημα της ευρείας συναίνεσης.

Η διαδικασία, σύμφωνα με το άρθρο 110 του Συντάγματος, προβλέπει δύο φάσεις: πρώτα την πλειοψηφία στην τρέχουσα Βουλή, με τουλάχιστον 180 ψήφους, ώστε να ανοίξει ο δρόμος για την αναθεώρηση στην επόμενη Βουλή — και στη συνέχεια την τελική απόφαση με μειωμένη πλειοψηφία (151 ψήφοι) για άρθρα που «περάσουν» το στάδιο του 180.

Το πολιτικό πλαίσιο και το μεγάλο στοίχημα των 180

Η προσπάθεια της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν περιορίζεται στην κοινοβουλευτική πλειοψηφία: αποτελεί κεντρική στρατηγική επιλογή η εύρεση ευρείας συναίνεσης με τα κόμματα της αντιπολίτευσης — ειδικά με το ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ — προκειμένου να διασφαλιστεί η πολιτική νομιμοποίηση και ο θεσμικός χαρακτήρας των αλλαγών.

Κάθε άρθρο που συγκεντρώσει τουλάχιστον 180 ψήφους στην τρέχουσα Βουλή θα μπορεί να αναθεωρηθεί από την επόμενη με 151 ψήφους, ενώ άρθρα που συγκεντρώνουν από 151 έως 179 ψήφους απαιτούν 180 θετικές ψήφους και στην επόμενη Βουλή.

Κεντρικά άρθρα στο επίκεντρο της αλλαγής

Στο πακέτο των προτάσεων περιλαμβάνονται κρίσιμες διατάξεις του Συντάγματος που αφορούν μείζονα ζητήματα δημόσιου ενδιαφέροντος:

  • Άρθρο 86: Ποινική ευθύνη υπουργών — με στόχο τη μεταφορά αρμοδιοτήτων από τη Βουλή στους δικαστές και την επιτάχυνση της διαδικασίας, κάτι που έχει τεθεί στην πολιτική ατζέντα εδώ και χρόνια.

  • Άρθρο 103: Μονιμότητα στο Δημόσιο — αναθεώρηση της έννοιας και καθιέρωση αξιολόγησης ως βασικού άξονα της δημόσιας διοίκησης.

  • Άρθρο 16: Εκπαίδευση — άνοιγμα στην ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων, απαντώντας σε μακροχρόνιο εκπαιδευτικό και πολιτικό αίτημα.

  • Άρθρο 30: Εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας — καθιέρωση μίας ενιαίας εξαετούς θητείας, με στόχο τη σταθερότητα του θεσμού.

  • Δικαστική ανεξαρτησία — η συμμετοχή των ανώτατων δικαστών στη διαδικασία επιλογής της ηγεσίας των δικαστηρίων.

Οι αλλαγές αυτές «αγγίζουν» βασικούς θεσμούς όπως Δικαιοσύνη, Δημόσια Διοίκηση και Εκπαίδευση, και αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της πρότασης για ένα πιο «σύγχρονο» Σύνταγμα.

Η ηγεσία της ΝΔ έχει επανειλημμένα επισημάνει ότι η συναίνεση δεν είναι απλά επιλογή, αλλά προϋπόθεση για να «προχωρήσει ο τόπος». Συνδυάζοντας πολιτικό διάλογο με τεχνοκρατική επεξεργασία των προτάσεων, η κυβέρνηση επιχειρεί να αποφύγει την οξεία πόλωση και να ενισχύσει το κοινοβουλευτικό πλαίσιο της μεταρρύθμισης.