Υπό έλεγχο τέθηκε, έπειτα από 20 ημέρες, η μεγάλη πυρκαγιά στην Τραπεζίτσα της Κόνιτσας, η οποία από τις 31 Αυγούστου έκαιγε σε ένα ιδιαίτερα δύσβατη ορεινή περιοχή, δοκιμάζοντας επί ημέρες τις πυροσβεστικές δυνάμεις.
Η φωτιά επηρέασε περίπου 10.000 στρέμματα δασικής έκτασης, σύμφωνα με την τελευταία εκτίμηση επιστημόνων που πραγματοποίησαν αυτοψία στην περιοχή.
Παρά το γεγονός ότι το μέτωπο έχει πλέον ελεγχθεί, σε ορισμένα σημεία μεγάλοι κορμοί και ρίζες εξακολουθούν να σιγοκαίνε, χωρίς ωστόσο να εγείρουν ανησυχία για αναζωπύρωση. Το φαινόμενο συνδέεται με τα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης πυρκαγιάς και το μεγάλο μέγεθος των δέντρων.
Μια φωτιά που επέμενε για εβδομάδες
Η πυρκαγιά είχε ξεσπάσει το απόγευμα της 31ης Αυγούστου και πιθανότατα προκλήθηκε από κεραυνό. Από τις πρώτες ώρες έκαιγε σε δύσβατη ορεινή περιοχή, με τις φλόγες να κινούνται προς τη χαράδρα του Αώου.
Οι απότομες πλαγιές, η πυκνή βλάστηση και η δυσκολία πρόσβασης στις εστίες έκαναν ιδιαίτερα απαιτητική την επιχείρηση κατάσβεσης. Στις 15 Σεπτεμβρίου, δεκαέξι ημέρες μετά την εκδήλωση της φωτιάς, είχε μάλιστα καταγραφεί νέα αναζωπύρωση απέναντι από τη Μονή Στομίου, με ενεργές εστίες μέσα στη χαράδρα του Αώου.
Η φωτιά έπληξε δάση πεύκης και ρόμπολου σε περιοχή που βρίσκεται εντός ζώνης του δικτύου Natura 2000.
Το στοίχημα της φυσικής αναγέννησης
Η πρώτη επιστημονική αποτίμηση της ζημιάς αφήνει πάντως περιθώρια αισιοδοξίας για σημαντικό τμήμα του οικοσυστήματος.
Κλιμάκιο του WWF Ελλάς και του Μεσογειακού Ινστιτούτου για τη Φύση και τον Aνθρωπο (MedINA), με τη συνδρομή μελών του Ορειβατικού Συλλόγου Κόνιτσας, διαπίστωσε ότι στο μεγαλύτερο μέρος της πληγείσας περιοχής η φωτιά κινήθηκε επιφανειακά. Σε περίπου 1.000 στρέμματα έφθασε έως τις κόμες των δέντρων.
Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι μεγάλο τμήμα του δάσους έχει δυνατότητα να ανακάμψει φυσικά, γι’ αυτό και σε αυτή τη φάση δεν προκρίνεται η άμεση αναδάσωση αλλά η παρακολούθηση της φυσικής αναγέννησης. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτούν, ωστόσο, τα ώριμα δάση ρόμπολου στην κορυφογραμμή, ενώ θα πρέπει να αξιολογηθεί και ο κίνδυνος διάβρωσης του εδάφους πριν από την περίοδο των έντονων βροχοπτώσεων.