Κάτω από 1.000 ανήλικοι διαβιούν για πρώτη φορά στις Μονάδες Παιδικής Προστασίας και το υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας αναφέρει το 2019 «η πολιτεία δεν γνώριζε καν με ακρίβεια πόσα παιδιά ζούσαν στα ιδρύματα, ποια ήταν και ποιες ήταν οι ανάγκες τους».

«Η συστηματική καταγραφή τους ήταν το πρώτο βήμα μιας πολιτικής που είχε από την αρχή έναν ξεκάθαρο στόχο: τα παιδιά να ζουν σε οικογένειες και όχι σε δομές», προσθέτει το υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας.

Η πρώτη πλήρης εικόνα που αποκτήθηκε το 2020 κατέγραψε περίπου 2.200 παιδιά. Σήμερα, σύμφωνα με τα στοιχεία του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΕΚΚΑ) του υπουργείου Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, ο αριθμός των ανηλίκων στις Μονάδες Παιδικής Προστασίας έχει περιοριστεί στους 965.

Η καταγραφή των παιδιών, η επιτάχυνση των διαδικασιών, η ενίσχυση της αναδοχής και της τεκνοθεσίας και η δημιουργία νέων δυνατοτήτων για παιδιά με αναπηρία και μεγαλύτερους εφήβους αποτέλεσαν τα βασικά εργαλεία της πολιτικής αποϊδρυματοποίησης, τονίζεται.

«Όταν αναλάβαμε το 2019, δεν γνωρίζαμε καν πόσα παιδιά ζούσαν στα ιδρύματα. Αυτό ήταν το πρώτο που αλλάξαμε. Καταγράψαμε τα παιδιά, μάθαμε τις ανάγκες τους και βάλαμε έναν ξεκάθαρο στόχο: τα παιδιά να ζουν σε οικογένειες, όχι σε δομές. Από τότε προχωρήσαμε με πείσμα και επιμονή και αλλάξαμε διαδικασίες, ενισχύσαμε την αναδοχή και την τεκνοθεσία, δημιουργήσαμε νέες δυνατότητες για παιδιά με αναπηρία και για μεγαλύτερους εφήβους», δηλώνει η υπουργός Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, Δόμνα Μιχαηλίδου.

Ακόμα, το υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας προσθέτει: «Η πρώτη πλήρης καταγραφή είχε δείξει περίπου 2.200 παιδιά. Σήμερα έχουμε φτάσει στα 965. Πίσω από αυτή τη μείωση βρίσκονται παιδιά που σήμερα μπορούν να ελπίζουν σε μια ζωή έξω από το ίδρυμα, με ασφάλεια και σταθερή φροντίδα».

Παράλληλα, το υπουργείο διεύρυνε τις δυνατότητες φροντίδας εκτός ιδρύματος. Η επείγουσα αναδοχή επιτρέπει σε ένα παιδί που πρέπει να απομακρυνθεί άμεσα από το οικογενειακό του περιβάλλον να βρεθεί χωρίς καθυστέρηση σε ασφαλές οικογενειακό πλαίσιο, ενώ η επαγγελματική αναδοχή δίνει αντίστοιχη δυνατότητα σε παιδιά με αναπηρία που χρειάζονται αυξημένη φροντίδα και υποστήριξη.

Σημαντική είναι και η συμβολή των ίδιων των αναδόχων στη διεύρυνση του θεσμού. Στην Εύβοια και την Κρήτη, για παράδειγμα, η παρουσία τους στις τοπικές κοινότητες και η ανταλλαγή της εμπειρίας τους συνέβαλαν στην προσέλκυση νέων υποψήφιων αναδόχων.

Για τους μεγαλύτερους εφήβους και νέους, 168 άτομα διαμένουν σήμερα σε 57 διαμερίσματα ημιαυτόνομης διαβίωσης, όπου προετοιμάζονται σταδιακά για την ανεξάρτητη ζωή.

Όπως σημειώνεται, την ίδια πολιτική υποστηρίζουν και τα εργαλεία καταγραφής και έγκαιρης παρέμβασης. Μέσω του Anynet, του Πληροφοριακού Συστήματος Αναδοχής και Υιοθεσίας, παρακολουθείται συστηματικά η πορεία των παιδιών, ενώ η γραμμή 1107 του ΕΚΚΑ και το Εθνικό Σύστημα Καταγραφής και Παρακολούθησης Αναφορών Κακοποίησης Ανηλίκων ενισχύουν τον συντονισμό των αρμόδιων υπηρεσιών όταν ένα παιδί βρίσκεται σε κίνδυνο.

Επίσης, υπογραμμίζεται ότι στόχος παραμένει κάθε παιδί να περνά όσο το δυνατόν λιγότερο χρόνο σε μια δομή και, όπου αυτό είναι εφικτό, να μεγαλώνει σε ένα ασφαλές και σταθερό οικογενειακό περιβάλλον.