Το τελευταίο αντίο στη Μητρόπολη Αθηνών είπαν συγγενείς, φίλοι αλλά και εκπρόσωποι της πολιτικής και των γραμμάτων στην Ελένη Γλύκατζη - Αρβελέρ, τη διακεκριμένη βυζαντινολόγο που πέθανε τη Δευτέρα (16/02) σε ηλικία 99 ετών.
Παρών στην εξόδιο ακολουθία ήταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης ο οποίος εκφώνησε και επικήδειο.
Ο πρωθυπουργός έφτασε στη Μητρόπολη συνοδευόμενος από την σύζυγό του Μαρέβα, ενώ τελευταίος όπως ορίζει το πρωτόκολλο έφτασε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κωνσταντίνος Τασούλας.
Ο επικήδειος λόγος του πρωθυπουργού
Με έναν λόγο βαθιά προσωπικό και συγκινησιακά φορτισμένο, ο Κυριάκος Μητσοτάκης αποχαιρέτησε την Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, τιμώντας την ως μια οικουμενική προσωπικότητα. «Εκατό χρόνια ζωής, γεμάτης από έρευνα, από γνώσεις, από στοχασμό, από προσφορά στον πολιτισμό και στα κοινά· μέσα σε δρόμους ανηφορικούς και δύσβατους, τους οποίους ποτέ, μα ποτέ, δεν φοβήθηκε. “Όλα όσα πέτυχα και όσα ονειρεύτηκα, τα κατάφερα γιατί δεν ήξερα πως ήταν αδύνατα”, έλεγε η Ελένη.
Γεύτηκε έτσι μια διαδρομή από τις γειτονιές του Βύρωνα, που την έφερε στο κέντρο του κόσμου, έχοντας την αναγνώριση σύσσωμης της ακαδημαϊκής κοινότητας, αλλά και την αγάπη και τον σεβασμό όλων των απλών ανθρώπων και στις δύο πατρίδες της.
Μικρή ήθελε να γίνει μηχανικός με ειδικότητα στις γέφυρες. Σπούδασε όμως Φιλοσοφική και από εκεί βρέθηκε στο Παρίσι. Έγινε καθηγήτρια Βυζαντινής Ιστορίας και μετά η πρώτη γυναίκα Πρύτανης στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης· και ακόμα, Καγκελάριος των Πανεπιστημίων του Παρισιού, εμπειρογνώμων της UNESCO, Πρέσβειρα Καλής Θέλησης της UNICEF, επικεφαλής του Κέντρου Πομπιντού, του Αμερικανικού Μουσείου Τέχνης, του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου στο Παρίσι, Πρόεδρος εδώ του Εθνικού Θεάτρου, αλλά και για πολλά χρόνια του Ευρωπαϊκού Πολιτιστικού Κέντρου Δελφών, καθώς και μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και των Ακαδημιών της Βρετανίας, του Βελγίου, του Βερολίνου και της Βουλγαρίας.
Σκέφτομαι ότι η γυναίκα την οποία αποχαιρετούμε τώρα, πέτυχε τελικά να γίνει αυτό που αρχικά ήθελε: μια γέφυρα. Μια γέφυρα ανάμεσα στα προσφυγικά της Αθήνας και τις πρωτεύουσες του κόσμου. Ένας επιστημονικός κρίκος. Άλλη μια γέφυρα που αποκατέστησε την ιστορική συνέχεια του Έθνους μας, μέσω της ανάδειξης του Βυζαντίου ως αναπόσπαστο στοιχείο της ελληνικής ταυτότητας, όπως επίσης και ένας μόνιμος σύνδεσμος της ερευνητικής δουλειάς με τη δημόσια δράση. Και αυτό, μακριά από ιδεολογικές αγκυλώσεις και συμπλέγματα, ώστε με οδηγούς την εμπειρία και το αποτέλεσμα, η προοδευτική της αναζήτηση να βρει δικαίωση στη φιλελεύθερη σκέψη.
Και αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο πιστεύω ότι η προσφορά της Ελένης Γλύκατζη-Αρβελέρ δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ούτε αποσπασματικά, ούτε επιλεκτικά. Ακριβώς γιατί η παρουσία της συγκροτεί ένα σύνολο, το οποίο ωστόσο διατρέχουν σε κάθε στιγμή του τρία στοιχεία: η αγάπη για την Ιστορία και την Πατρίδα, η έγνοια για τον “συνάνθρωπο” —μια ελληνική λέξη που επέμενε η ίδια ότι δεν μεταφράζεται σε καμία άλλη γλώσσα— και, τέλος, η τολμηρή άποψη και η γενναιότητα αυτή να διατυπώνεται, ανεξάρτητα από τις εφήμερες ενστάσεις που ίσως να συναντήσει.
Με αυτόν τον τρόπο, η πορεία αυτής της ξεχωριστής προσωπικότητας θα έλεγα ότι κατέστη συνοδοιπόρος της νεοελληνικής εξέλιξης τα τελευταία εκατό χρόνια, σηματοδοτώντας, παρά τις δυσκολίες και τα πισωγυρίσματα, την πρόοδό της. Γι’ αυτό και οι γλαφυρές της διηγήσεις, δίπλα στα λιτά της αποφθέγματα, συγκέντρωναν πάντα το ενδιαφέρον όχι μόνο των διανοουμένων, αλλά κυρίως των καθημερινών ανθρώπων.
Η αφήγησή της, εξάλλου – το γνωρίζουμε όλοι καλά – υπήρξε μοναδική. Γιατί ως ιστορικός έβλεπε την επιστήμη της, την Ιστορία, ως κτήμα όλων, ενώ ως πολίτης επεδίωκε πάντα να μεταφέρει το απόσταγμα των εμπειριών της, σαν μια σκυτάλη στις επόμενες γενιές. “Να κάνετε στη ζωή σας αυτό που θέλετε. Μόνο έτσι θα γεμίσετε την ψυχή σας. Γιατί όπου υπάρχει το θέλω, υπάρχει και το μπορώ”, συμβούλευε η Ελένη πάντα τους νέους. Ενώ “ο εφησυχασμός είναι η μεγαλύτερη δειλία”, επέμενε. “Γιατί όταν αρνείσαι το δικαίωμα της συμμετοχής και της επιλογής, τότε αρνείσαι την ελευθερία σου».
Μας κάλεσε τελικά να συνειδητοποιήσουμε ότι όποιος διστάζει να αλλάξει, δεν πρέπει τάχα να αυταπατάται ότι μένει ο ίδιος σταθερός σε ένα σημείο, διότι στην πραγματικότητα όλο και θα υποχωρεί.
Είναι διδάγματα από τα πολλά τα οποία άκουγα και εγώ στις συζητήσεις μου μαζί της. Κυριολεκτικά μαθήματα, όχι απλά Ιστορίας, αλλά κυρίως μαθήματα ζωής. Με ένα τέτοιο μάθημα, λοιπόν, θα ήθελα να πω και εγώ το δικό μου προσωπικό “αντίο” στη μεγάλη αυτή Ελληνίδα.
Ήταν σκέψεις γραμμένες στο χέρι από την ίδια σε πολυτονικό, σε ένα χειρόγραφο το οποίο μου έδωσε το 2015, όταν με ενθάρρυνε τότε να αναλάβω την ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας, και από τότε το κρατώ σαν ένα πολύτιμο κειμήλιο. Είναι ένας επίλογος που θεωρώ ότι αφορά όλους μας. Γι’ αυτό και ένα απόσπασμα το μοιράζομαι σήμερα μαζί σας:
Όταν πτωχεύουν οι πλούσιοι, δεν θα πλουτίσουν οι φτωχοί. Μα όταν κυβερνούν ανίκανοι, ένοχοι είναι οι ικανοί. Και όταν μόνο οι ανάξιοι μιλούν για αξίες, τότε η απαξίωση θα είναι γενική.
Καλό σου ταξίδι, αγαπημένη μου Ελένη».
Στην εξόδιο ακολουθία παρούσα ήταν και η υπουργός Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη, αλλά και η πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κατερίνα Σακκελαροπούλου.
Στη Μητρόπολη βρέθηκαν ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Κώστας Χατζηδάκης, ο Περιφερειάρχης Αττικής, Νίκος Χαρδαλιάς, ο πρύτανης του ΕΚΠΑ Γεράσιμος Σιάσος, η Άντζελα Γκερέκου και άλλοι επίσημοι.
Μετά την εξόδιο ακολουθία θα ακολουθήσει η ταφή της στο νεκροταφείο Βύρωνα.
Η κηδεία έγινε δημοσία δαπάνη, μετά από κοινή απόφαση των υπουργείων Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Παιδείας και Πολιτισμού.
Ποια ήταν η Ελένη Γλύκατζη – Αρβελέρ
Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 29 Αυγούστου 1926 από μικρασιάτες γονείς. Πατέρας της ήταν ο Νίκος Γλύκατζης, Μικρασιάτης έμπορος και επιστάτης των κτημάτων της οικογενείας της μητέρας της, Καλλιρόης, το γένος Ψαλτίδη, η οποία προερχόταν από εύπορη οικογένεια της Προύσας.
Αποφοίτησε από το Δ΄ Γυμνάσιο Αθηνών και σπούδασε στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Εθνικό Καποδιστριακί Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Στην Κατοχή εντάχθηκε στην ΕΠΟΝ και ήταν η υπεύθυνη μαθητριών του Παγκρατίου υπό την καθοδήγηση του Χρήστου Πασαλάρη.
Μετά την αποφοίτησή της από τη Φιλοσοφική Σχολή του ΕΚΠΑ εργάστηκε ως ερευνήτρια στο Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών (1949-1953).
Εγκαταστάθηκε στο Παρίσι το 1953, για να συνεχίσει τις σπουδές της. Δύο χρόνια μετά την άφιξή της, διορίσθηκε στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών (CNRS), το 1964 έγινε διευθύντρια σπουδών του Κέντρου και το 1967 καθηγήτρια στη Σορβόννη.
Το 1966 έλαβε το δίπλωμα doctorat ès lettres, με τη μελέτη της για το Βυζάντιο και τη θάλασσα, που εκδόθηκε από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις της Γαλλίας (Byzance et la mer, Παρίσι: Presses universitaires de France).
Διετέλεσε Διευθύντρια του Κέντρου Ιστορίας και Πολιτισμού του Βυζαντίου και της Χριστιανικής Αρχαιολογίας, έγινε Αντιπρύτανις (1970-1973) και το 1976, Πρύτανις στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης (Paris I).
Ήταν η πρώτη γυναίκα Πρύτανης στην ιστορία των 700 χρόνων του Πανεπιστημίου της Σορβόννης αλλά και η πρώτη γυναίκα παγκοσμίως που είχε τέτοια θέση σε διεθνώς αναγνωρισμένο πανεπιστήμιο.
Εκεί γνώρισε τον σύζυγό της, τον Ζακ Αρβελέρ (1918–2010), που ήταν αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού της Γαλλίας και ο οποίος καταγόταν από μεγαλοαστική οικογένεια του Παρισιού. Με τον Ζακ Αρβελέρ απέκτησε μία κόρη, την Μαρί-Ελέν. Μέχρι τον θάνατό της ζούσε μόνιμα στο Παρίσι.