Πρώτη μέρα σήμερα, Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου, της δίκης στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Λευκάδας, για τη στυγερή δολοφονία της Δώρας Ναστούλη από τον πρώην σύντροφό της, ένα έγκλημα που είχε συγκλονίσει το Αγρίνιο τον Νοέμβριο του 2024.

Η μητέρα του θύματος λύγισε στη θέα του δράστη, τον κοίταξε και του απηύθυνε την ερώτηση: «Γιατί τη σκότωσες;»

Από την άλλη πλευρά, η μητέρα του δράστη, σύμφωνα με το agriniopress, επιχείρησε να ανασκευάσει την αρχική κατάθεσή της προβάλλοντας το επιχείρημα ότι ο γιος της έχει ψυχολογικά προβλήματα. Μάλιστα προσπάθησε να πείσει τους δικαστές ότι δεν υπήρχε μεταξύ τους επικοινωνία μετά τη δολοφονία. Υπενθυμίζεται ότι αρχικά είχε πει ότι ο δράστης είχε τηλεφωνήσει μετά την αποτρόπαια πράξη του και είχε ομολογήσει τον φόνο. Τελικά, υπό το βάρος των ερωτήσεων του συνηγόρου επιβεβαίωσε τελικά την αρχική της κατάθεση.

Αξίζει να σημειωθεί ότι, ενώ και ο συνήγορος του κατηγορούμενου είχε ισχυριστεί ότι έχει ψυχολογικά προβλήματα, δεν προσκόμισε κανένα έγγραφο που να το αποδεικνύει.

Λίγο πριν ξεκινήσει η δίκη δημιουργήθηκε ένταση μόλις ο αδελφός της δολοφονημένης γυναίκας αντίκρισε για πρώτη φορά τον κατηγορούμενο.

Η δίκη πήρε διακοπή για τη Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου.

Την εκτέλεσε μέσα στο αυτοκίνητο

Η Δώρα Ναστούλη, μητέρα τριών παιδιών έχασε τη ζωή της από τα πυρά του 30χρονου τότε πρώην συντρόφου της, σε κεντρικό σημείο της πόλης του Αγρινίου. Η δολοφονία εκτυλίχθηκε μέρα μεσημέρι ενώ το θύμα βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητο της.

Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ο δράστης δεν αποδέχθηκε ποτέ την απόφαση της Δώρας να τερματίσει τη σχέση τους και να προχωρήσει τη ζωή της. Την παρενοχλούσε συστηματικά, την απειλούσε και αγνοούσε τους περιοριστικούς όρους που του είχαν επιβληθεί μετά από καταγγελία της ίδιας για ενδοοικογενειακή βία.

Μετά το έγκλημα, ο 30χρονος άφησε το αυτοκίνητό του και άρχισε να περιφέρεται, φτάνοντας στην περιοχή της Μυρτιάς, όπου εντοπίστηκε μερικές ημέρες αργότερα.

Νωρίτερα είχε επικοινωνήσει με την αδελφή του και της είχε πει «χτύπησα τη Δώρα». Την αποθήκη στην οποία είχε καταφύγει, υπέδειξαν στους αστυνομικούς η μητέρα και η αδελφή του, οι οποίες φοβήθηκαν ότι θα μπορούσε να βάλει τέλος στη ζωή του. «Να παραδοθεί, να πληρώσει γι' αυτό που έκανε, αλλά να μην αυτοκτονήσει, να μην τον σκοτώσουν», έλεγε τις πρώτες ώρες μετά τη δολοφονία η αδελφή του δράστη.

Δυνάμεις της ΟΠΚΕ προσέγγισαν την αποθήκη. Ο δράστης κάθε φορά που ένιωθε τους αστυνομικούς να πλησιάζουν πιο κοντά, έβαζε το όπλο του στον κρόταφο. Ο διαπραγματευτής κατάφερε να τον ηρεμήσει και στο τέλος μπήκε στην αποθήκη η αδελφή του, τον αγκάλιασε, του έπιασε τα χέρια και έτσι εκείνος άφησε το όπλο. Τότε μπήκαν στην αποθήκη οι αστυνομικοί, τον ακινητοποίησαν και του πέρασαν χειροπέδες.