«Μια λέξη και όλα σώζονται. Μια λέξη και όλα χάνονται». Αντρέ Μπρετόν. Υπάρχει ένα ιστορικό προηγούμενο που θα έπρεπε να διδάσκεται στις σχολές Πολιτικών Επιστημών και να το μελετούν πολιτικοί με υψηλούς στόχους. Είναι το προηγούμενο του Βαγγέλη Βενιζέλου. Ο πιο ταλαντούχος πολιτικός της γενιάς του, «κάηκε» από την εγωπαθή χρήση του μεγαλύτερου προσόντος του: του λόγου του.
Γράφει ο Γιώργος Λακόπουλος
Το 2007, με τη δεύτερη ήττα του Γιώργου Παπανδρέου από τον Κώστα Καραμανλή, θα ήταν βέβαιος διάδοχός του, αν δεν έσπευδε να αναγγείλει: «Είμαι ο επόμενος αρχηγός της Δημοκρατικής Παράταξης». Αργότερα να πει στην Έλλη Στάη: «Έχω εγώ καμιά ανάγκη το ΠΑΣΟΚ;». Υποδηλώνοντας ότι το ΠΑΣΟΚ έχει την ανάγκη του.
Έτσι, η ενεργός πολιτική έχασε έναν συγκροτημένο εκπρόσωπο και η Βουλή τον καλύτερο ρήτορά της από τη Μεταπολίτευση — που άδειαζε το καφενείο όταν ανέβαινε στο βήμα.
Η έλλειψη είναι ζωτική σε περίοδο που η πολιτική υποχωρεί και επειδή οι πολιτικοί δεν διαθέτουν επάρκεια δημόσιας παρουσίας…
Ο Αλέξης Τσίπρας — υποδεέστερος του Βενιζέλου στον δημόσιο χώρο — ξεχώρισε από τη στιγμή που εμφανίστηκε με το μαλλί «καρφάκι», μετά το 10%, ως υποψήφιος δήμαρχος Αθηναίων.
Λόγω της χαρισματικής σκηνικής παρουσίας — και όχι φυσικά για αερολογίες περί κατάργησης του Μνημονίου «με ένα νόμο» — οι παραδοσιακοί ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ, όταν αισθάνθηκαν προδομένοι από τις ηγεσίες του, τον στήριξαν, ως ό,τι πιο κοντινό τους έβρισκαν, μεταξύ 2012-19.
Το 2023 του γύρισαν την πλάτη. Απογοητευμένοι από την ανιστόρητη ανάγνωση της εκλογικής νίκης του ως «πρώτη φορά Αριστερά», την ανάρμοστη συμμαχία με τον Καμμένο και την αδυναμία να απομονώσει τα βαρίδια του ΣΥΡΙΖΑ και να εδραιωθεί ως φυσικός επικεφαλής της Δημοκρατικής Παράταξης.
Πρακτικά να μετεξελιχθεί, συσπειρώνοντας την —περιορισμένης επιρροής— «μη κομμουνιστική Αριστερά» και πρωτίστως το μεγάλο ρεύμα όσων αυτοτοποθετούνται στον χώρο που διαμορφώνει η συνάντηση της ελληνικής Κεντροαριστεράς με την ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία.
Παρά το 18% που συγκράτησε, τους γύρισε κι αυτός την πλάτη. Αφού περιέφερε την κομματική σφραγίδα από την Αχτσιόγλου και τον Χαρίτση —που την απέρριψαν— στον Κασσελάκη και τον Φάμελλο, αποχώρησε και από τη Βουλή που εκπνέει — χωρίς ούτε μια τουφεκιά στον Μητσοτάκη.
Η επανεμφάνισή του με την ΕΛΑΣ, ως απόπειρα δεύτερης καριέρας —με άλλα ιδεολογικά και πολιτικά γνωρίσματα— είναι το στοίχημα για την απόδοση του πολιτικού κεφαλαίου που αποκόμισε ως —μνημονιακός κι αυτός— Πρωθυπουργός…
Ένα μέρος εξανεμίστηκε με τις αυτοαναφορικές περιττολογίες της «Ιθάκης» και πλέον τον ακολουθούν, ως «αξιωματούχοι» του νέου κόμματος, παλαιοί, άγνωστοι Συριζαίοι, χωρίς ιδιαίτερο εκτόπισμα. Ωστόσο, δεδομένης και της ηλικίας του, μπορούσε να παραμείνει στο παιχνίδι του μέλλοντος.
Αυτό το χαρτί άρχισε να το «καίει» όταν, από τη Θεσσαλονίκη, δήλωσε ότι: «δεν δίνει δεύτερη ευκαιρία στον εαυτό του, αλλά στη χώρα». Επίδειξη ισχύος, που παράκαμπτε αυτό που έλεγε η Θάτσερ: «Στην πολιτική, το να είσαι ισχυρός, είναι όπως το να είσαι Κυρία: αν πρέπει να το λες, δεν είσαι…».
Κινδυνεύει να το απωλέσει ολοσχερώς, με τον ισχυρισμό για την εκλογική νίκη επί της ΝΔ: «Ή εμείς ή κανείς». Ήτοι: μόνο εγώ και ουδείς άλλος.
Με δεδομένο ότι, από τον Μητσοτάκη μόνο ήττες αθροίζει, ορισμένοι σκέφθηκαν: «κόψε κάτι, ρε μεγάλε»… Και άλλοι παραφράζουν μια παλιά διαφήμιση: «Τους απογοήτευσες όλους — γιατί;».