Οι απόψεις που αναγράφονται εντός εισαγωγικών στο κείμενο που ακολουθεί διατυπώθηκαν από μία σημαντική πολιτική προσωπικότητα στο δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του 1980. Έκτοτε θεωρώ σκόπιμο να τις αναδημοσιεύω τουλάχιστον μία φορά ανά δεκαετία, «για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νέοι»… Τα δικά μου σχόλια που ακολουθούν παρατίθενται και αυτά με λίγες αναπροσαρμογές και προσθήκες λόγω επικαιρότητας.

Του Κώστα Χριστίδη*

«Η ανάγκη εκσυγχρονισμού και ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας είναι άμεση και επιτακτική ούτως ή άλλως… Γιατί αυτή τη στιγμή συντελούνται στην παγκόσμια οικονομία αλλαγές όπως η νέα τεχνολογική επανάσταση, η εμφάνιση στο προσκήνιο των χωρών της βάσης του Ειρηνικού Ωκεανού και ο νέος διεθνής καταμερισμός της εργασίας. Άρα το θέμα της ανάπτυξης της οικονομίας μας και της γεφύρωσης του κενού που μας χωρίζει από τους ανταγωνιστές μας είναι εθνική προτεραιότητα… 

Είναι κάτι που πρέπει να γίνει οπωσδήποτε αν δεν θέλουμε να εκφυλιστούμε σε μία περιθωριακή και υπανάπτυκτη χώρα… Αν φθάσουμε έγκαιρα στο τέρμα, τότε μαζί με τους άλλους εταίρους μας θα συμμετάσχουμε σε μία διαδικασία που, παρά το βραχυπρόθεσμο κόστος της, έχει σημαντικά οφέλη για διανομή στους κερδισμένους.

… Εάν η Ελλάδα θέλει ένα κράτος πρόνοιας με υγειονομική περίθαλψη, εκπαίδευση και ασφαλείς συντάξεις, πρέπει να έχουμε υπόψη μας την μάχη για την αύξηση της παραγωγικότητας … δεν έχουμε άλλη επιλογή. Αν αυτή η στάση δεν υιοθετηθεί από την εργατική και τη μεσαία τάξη, οι επιπτώσεις μπορεί να είναι πολύ σοβαρές… 

Στην Ελλάδα οι οικονομικοί πόροι για επενδύσεις συνθλίβονται από τα ελλείμματα του δημόσιου τομέα… Εάν η Ελλάδα δεν μπορεί να χρηματοδοτήσει την συμμετοχή στην τεχνολογική επανάσταση, τότε είμαστε καταδικασμένοι να παραμείνουμε μία τουριστική χώρα. Οι νέοι μας θα μεταναστεύσουν και θα έχουμε έναν πληθυσμό γερόντων που θα φροντίζει τα ξενοδοχεία.

…Η Ελλάδα έχει έναν υπερτροφικό δημόσιο τομέα που καταπνίγει την ιδιωτική επιχείρηση … Αυτοί που εργάζονται στον δημόσιο τομέα είναι οι προνομιούχοι εργαζόμενοι στην Ελλάδα. Το όνειρο που καλλιεργήθηκε στον μέσο Έλληνα είναι να γίνει μισθωτός υπάλληλος του κράτους. Και αυτό διότι έχουν τους υψηλότερους μισθούς, συντάξεις, υγειονομική περίθαλψη και καλές διακοπές.

… Έχουμε περίπου το διπλάσιο προσωπικό που απαιτείται για να παράγουμε τις απαιτούμενες κρατικές υπηρεσίες… Μπορεί να μας πάρει 10 ή 15 χρόνια, αλλά η δύσκολη αποστολή μας ως σοσιαλιστές είναι να θέσουμε τον τομέα αυτό υπό έλεγχο και να αυξήσουμε την παραγωγικότητά του.

… Οι άλογες απεργίες, οι υπερβολικές και σε πολλές περιπτώσεις εκβιαστικές απαιτήσεις συντεχνιών, οι καταλήψεις δημόσιων κτιρίων από μικρές και άσχετες με τους φοιτητές μειοψηφίες … υπονομεύουν την κοινωνική συνοχή. Οδηγούν σε αποδιοργάνωση και κατά συνέπεια σε αποσύνθεση του κοινωνικού ιστού. 

Αυτές οι αντιδημοκρατικές μορφές πάλης, που εκδηλώνονται είτε ως άκαιρες απεργίες, είτε ως καταλήψεις, είτε ως ετσιθελική παρακώλυση της οικονομικής και κοινωνικής ζωής στο κέντρο της Αθήνας, δεν χτυπούν κάποιες επιχειρήσεις ή οργανισμούς. 

Χτυπούν το κοινωνικό σύνολο, υπονομεύοντας την πανεθνική προσπάθεια και ετοιμότητα που σήμερα είναι περισσότερο παρά ποτέ αναγκαίες και για την οικονομία μας και για τους δημοκρατικούς μας θεσμούς και για τον ελληνισμό. 

Εάν κάποιος σήμερα προέβαινε σε γραπτές ή προφορικές δηλώσεις με το ανωτέρω περιεχόμενο, θα χαρακτηριζόταν ακραίος νεοφιλελεύθερος, όργανο της πλουτοκρατίας, ανάλγητος, εχθρός του λαού, πιόνι των διεθνών τοκογλύφων και τα παρόμοια. 

Αυτά, πάντως, τα έχει πει ο ιδρυτής του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος και επί οκταετία και πλέον πρωθυπουργός της χώρας Ανδρέας Παπανδρέου (βλ. αντί πολλών συνέντευξή του στον «Οικονομικό Ταχυδρόμο», 30.07.1987, στο «Βήμα». 25.10.87, και δηλώσεις του, 04.02.1990). Είχε πλέον συνειδητοποιήσει την καταστρεπτική πορεία, στην οποία μας οδηγούσε το κράτος – φρανκεστάϊν, το οποίο εν πολλοίς ο ίδιος δημιούργησε, και προσπάθησε να το τιθασεύσει, άνευ επιτυχίας…

Έκτοτε παρήλθαν όχι 10 ή 15 αλλά 35 και πλέον έτη και η χώρα οδηγήθηκε σε χρεοκοπία, ακριβώς διότι «η δύσκολη αποστολή μας να θέσουμε τον δημόσιο τομέα υπό έλεγχο και να αυξήσουμε την παραγωγικότητά του» παραμένει όνειρο απατηλό.

Σήμερα, μετά από παλιά χρόνια οδυνηρών στερήσεων, οι διάδοχοι του Ανδρέα και άλλες «προοδευτικές» δυνάμεις βάζουν κόκκινες γραμμές για να μη θιγούν προνόμια συνδικαλιστών, να μη δυσχερανθούν «οι άλογες απεργίες», να μη καταργηθεί η μονιμότητα των υπαλλήλων ενός δημόσιου τομέα που ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 είχε προσωπικό διπλάσιο του απαιτούμενου.

Ασφαλώς, η δυσκολία της μετάβασης προς ένα μικρότερο, καλύτερο και αποτελεσματικότερο κράτος δεν πρέπει να υποτιμάται, καθόσον οι πάντες – και δη οι Έλληνες, είτε είναι εντός είτε εκτός «συστήματος» (insiders, outsiders) – αντιλαμβάνονται το κράτος ως ένα γιγαντιαίο μηχανισμό αναδιανομής, μέσω του οποίου μπορούν να ικανοποιήσουν τις πάσης φύσεως επιθυμίες τους δαπάναις άλλων. Το κακό, όμως, με τον σοσιαλκρατισμό είναι ότι τα χρήματα «των άλλων» κάποια στιγμή και αυτά τελειώνουν, όπως θα έπρεπε να μας έχει διδάξει (και) η εμπειρία της δεκαετίας 2009 – 2019. 

Από την πλευρά τους οι πολιτικοί όλων των παρατάξεων, είναι κατά κανόνα απρόθυμοι να παραιτηθούν από τη δυνατότητα να προσελκύουν ψηφοφόρους μέσω πλειοδοσίας παροχών που για να ικανοποιηθούν απαιτείται αύξηση των φόρων ή του δημόσιου δανεισμού.

Στο σημείο αυτό αναδεικνύεται η σημασία της πρότασης Μητσοτάκη για την επιβολή δημοσιονομικών φραγμών στην επικείμενη συνταγματική αναθεώρηση. Ελπίζω και εύχομαι η πρόταση αυτή να υλοποιηθεί. 

Κατά τη γνώμη μου θα πρέπει ταυτόχρονα να καταργηθεί το άρθρο 106 του Συντάγματος ή, τουλάχιστον, η παράγραφος 5 αυτού, η οποία ορίζει ότι: «Για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και την προστασία του γενικού συμφέροντος το Κράτος προγραμματίζει και συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα στη Χώρα, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει την οικονομική ανάπτυξη όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας. 

Λαμβάνει τα επιβαλλόμενα μέτρα για την αξιοποίηση των πηγών του εθνικού πλούτου, από την ατμόσφαιρα και τα υπόγεια ή υποθαλάσσια κοιτάσματα, για την προώθηση της περιφερειακής ανάπτυξης και την προαγωγή ιδίως της οικονομίας των ορεινών, νησιώτικων και παραμεθόριων περιοχών». Πρόκειται για διάταξη η οποία σαφώς συνάδει με καθεστώς μιας όχι ελεύθερης αλλά μίας πλήρως κεντρικά προγραμματισμένης οικονομίας. 

Η κατάργησή της αποτελεί αναγκαίο βήμα αν πράγματι επιθυμούμε τον περιορισμό του υπερτροφικού, παναρμόδιου και λερναίου (όπως το αποκαλούσε ο ιστορικός Γ.Β. Δερτιλής) κράτους.     

* Ο Κώστας Χριστίδης είναι νομικός και οικονομολόγος