Στα πρώτα του βήματα ως πρόεδρος των ΗΠΑ, δήλωνε ότι είναι ο «μετρ των deals», των συμφωνιών δηλαδή. Στη συνέχεια μας πληροφόρησε ότι σταμάτησε οκτώ πολέμους και επέπληξε τους υπεύθυνους των βραβείων Νόμπελ που δεν τον τίμησαν με την απονομή του Νόμπελ Ειρήνης.
Μετά άρχισε να επιβάλλει δασμούς προς κάθε κατεύθυνση τους οποίους όμως αύξανε και μείωνε σε ημερήσια βάση, με αποτέλεσμα κανείς να μην γνωρίζει σήμερα τι ακριβώς ισχύει στις εμπορικές συναλλαγές με την Αμερική.
Του Αθανάσιου Χ. Παπανδρόπουλου
Επειδή κάποιος του «σφύριξε» ότι η Αρκτική διαθέτει πολύτιμο πλούτο, αποφασίζει να δηλώσει πως θα προσαρτήσει τη Γροιλανδία στην Αμερική, απειλεί Δανία και Ευρώπη και στρώνει κόκκινα χαλιά στον Πούτιν, τον οποίον και επιπλήττει ότι υπερβάλλει με τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Με αυτή την ευκαιρία δηλώνει ότι γράφει το ΝΑΤΟ στα παλαιά του υποδήματα, υβρίζει τους Ευρωπαίους για τις χαμηλές αμυντικές τους δαπάνες και τους επιβάλλει να δαπανούν το 5% του ΑΕΠ τους για τη στρατιωτική τους προστασία. Σήμερα βέβαια ζητά να τον βοηθήσουν για την προστασία του Στενού Ορμούζ. Λίγο αργότερα κάνει «ντου» στη Βενεζουέλα, συλλαμβάνει τον ανεκδιήγητο δικτάτορά της, διορίζιει νέο ηγέτη στη χώρα και θέτει υπό αμερικανικό έλεγχο το μαύρο χρυσό της.
Επισημαίνουμε ότι κύριος πελάτης του πελτρελαίου της Βενεζουέλας είναι η Κίνα, γεγονός που έχει σημασία. Διότι μετά την αμερικανική επέμβαση στη Βενεζουέλα αρχίζουν πολύ πιο σοβαρές εξελίξεις, οι οποίες δημιουργούν πολλά ερωτηματικά. Και το πιο σοβαρό από αυτά είναι το «γιατί το Τραμπ και ο Νετανιάχου επιτέθηκαν στο Ιράν και στο Λίβανο;».
Μόνο για να πέσει το βάρβαρο ιρανικό Θεοκρατικό καθεστώς, ή υπάρχουν και άλλοι πιο σοβαροί λόγοι που σχετίζονται με την αποδυνάμωση της Ευρώπης, μεταξύ άλλων και την ύπαρξη ενός μεγάλου Ισραήλ;
Μήπως η Αμερική του Τραμπ για να στραφεί προς την Ασία και την αντιμετώπιση της Κίνας θέλει να ενισχύσει τη θέση και παρουσία της στις ενεργειακές πηγές της Μέσης Ανατολής και ως εκ τούτου απαλλάσσεται από το βαρίδι της Ευρώπης; Ποιο μέλλον μπορεί να έχει μια φθίνουσα δημογραφικά Ευρώπη, στην οποίαν ήδη κατοικούν περί τα 40 εκατομμύρια μουσουλμάνοι.
Η ύπαρξη των τελευταίων, ιδιαίτερα σε χώρες όπως η Γαλλία, το Βέλγιο, η Ολλανδία και η Γερμανία είναι πολύτιμη για την Κυβέρνηση Τράμπ. Πολύ απλά διότι η αυξημένη εγκληματικότητα νέων ισλαμιστών κυρίως, ενισχύει τους εναλλακτικούς δεξιούς πολιτικούς σχηματισμούς στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι οποίοι επιδιώκουν τη διάλυση της Ένωσης και την εγκατάσταση σε αυτήν καθεστώτων αυταρχικών που θα διατηρούν ειδικές διμερείς σχέσεις με Αμερική και Ρωσία.
Όπως πολύ σωστά έγραψε ο Γ. Ρακκάς στο περιοδικό «Άρδην» σημαντικότερο για τον Τράμπ είναι ότι η ευρωπαϊκή εναλλακτική δεξιά θα οδηγήσει εκ των πραγμάτων στην αποδυνάμωση της ευρωπαϊκής συνοχής, και τον κλονισμό των προσπαθειών για αυτοδυναμία της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε επίπεδο άμυνας, παραγωγής, αυστηρότερης διαχείρισης των κοινών συνόρων. Επενδύει, λοιπόν, στις διασπαστικές, αντιευρωπαϊκές τάσεις που θάλλουν στους κόλπους της ακριβώς διότι επιδιώκει τη διάλυσή της.
Παράπλευρη απώλεια αυτής της πολιτικής είναι φυσικά πως ενισχύονται οι πολιτικές δυνάμεις της Ευρώπης που εκφράζουν μια ροπή προς έναν ευρασιατικής κοπής αυταρχισμό, και διατηρούν φιλορωσικό γεωπολιτικό προσανατολισμό. Σύμφωνα με τον Αμερικανό αντιπρόεδρο, ωστόσο, επί της παρούσης αυτό δεν είναι πρόβλημα για τις ΗΠΑ.
Ας πάμε, τώρα στην Ουκρανία και τις εξελίξεις που πυροδότησε η πρώτη επαφή Τραμπ και Πούτιν. Τα όσα φέρεται να συμφώνησαν, και αργότερα επικύωσαν οι αξιωματούχοι των δύο πλευρών, ισοδυναμούν επί της ουσίας με συνθηκολόγηση της Αμερικής και αποδοχή των περισσότερων "Ρωσικών θέσεων. Γι' αυτό εξάλλου, ήδη με τη δημοσιοποίηση του περιεχομένου της συνομιλίας και από τις δύο πλευρές, τα ρωσικά καθεστωτικά ΜΜΕ επιδόθηκαν σε θριαμβολογίες, καθώς ο Τραμπ έδωσε στον Πούτιν τα ανατολικά εδάφη της Ουκρανίας, την μη ένταξη της χώρας στο NATO, την αποχή των αμερικανικών στρατευμάτων από την ειρηνευτική διαδικασία, και την μη ενεργοποίηση του άρθρου 5 για τις ευρωπαϊκές δυνάμεις που θα κληθούν να την υλοποιήσουν.
Με λίγα λόγια, ο κατά τα άλλα «σκληρός» (μόνον απέναντι στους εξαιρετικά ανίσχυρους) Τραμπ συνηγόρησε στην «ουδετεροποίηση της Ουκρανίας». Με τρόπο που μάλιστα πετάει έξω την Ευρώπη από τις διαπραγματεύσεις για έναν πόλε¬μο που συντελείται στα δικά της εδάφη, και χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η βούληση της ίδιας της Ουκρανίας. Ό,τι δηλαδή επιδίωκε ο Πούτιν με την εισβολή, όταν έλεγε πως θα σταματήσει μόνον εφ' όσον κληθούν οι ΗΠΑ, χωρίς την Ευρώπη, να συζητήσουν για την επαναδιαπραγμάτευση του γεωπολιτικού καθεστώτος της Γηραιάς Ηπείρου, ανατρέποντας το προηγούμενο του 1989.
Ο Τραμπ βλέπουμε ότι συναινεί, και η αποδοχή του αυτή δεν είναι επί του συγκεκριμένου, αλλά επί ενός ευρύτερου τρόπου οργάνωσης του διεθνούς συστήματος. Όπου πλέον αναδύεται ένα ολιγοπώλιο της ισχύος.
Ακόμη περισσότερο, με την επίθεσή μου στο Ιράν, ο Αμερικανός πρόεδρος συμβάλλει θετικά στην ενίσχυση της ρωσικής οικονομίας, οδηγώντας προς τα πάνω τις ενεργειακές τιμές, παράλληλα όμως αποδυναμώνει την ευρωπαϊκή οικονομία, πλήττοντας και έναν ανταγωνιστή της χώρας του στο διεθνές εμπόριο.
Παρ’ όλα αυτά, αν η Ευρώπη αφυπνιστεί εγκαίρως και κλείσει τα αυτιά της στον ισλαμο-φασισμό που έχει υποθετήσει η χρεωκοπημένη μαρξιστογενής και σοβιετόφιλη αριστερά, έχει πολλές ακόμα ελπίδες για μια αποτελεσματική αντίσταση στην πρόσκαιρη τραμπική καταιγίδα, η οποία ίσως αποβεί μοιραία και για τον «ξερόλα» εμπνευστή της.
Διότι όταν την Παρασκευή 13 Μαρτίου ο Τράμπ δηλώνει ότι «το ιρανικό καθεστώς εκλιπαρεί συνομιλίες μαζί του αλλά αυτός δεν θέλει», τα διεθνή πρακτορεία μεταφέρουν ιρανικό βομβαρδισμό στο Ντουμπάι και όχι σε αμερικανική βάση αλλά σε ξενοδοχείο. Αποδεικνύεται έτσι ότι ο πρόεδρος της πιο ισχυρής χώρας του κόσμου απλώς «δεν ξέρει τι λέει» ή ακόμα χειρότερα συνειδητά ψεύδεται... Είτε λοιπόν ο άνθρωπος είναι για δέσιμο, είτε κάτι άλλο πολύ πιο σοβαρό συμβαίνει.