Πρόσωπο με ιδιαίτερη διαδρομή στην Αριστερά, την πολιτική και τη δημοσιογραφία, που υπολήπτεται ο υπογράφων,  διαμαρτύρεται για την κριτική στην παρουσία του Αλέξη Τσίπρα στη εκδήλωση Κασσελάκη για το ευρωψηφοδέλτιο, αποκηρύσσοντας τα «θέσφατα». Αν ο όρος παραπέμπει στη στρατηγική,  είναι μια καλή ευκαιρία να αξιολογήσουμε τη στρατηγική του Τσίπρα σε τρεις διαφορετικές προεκλογικές περιόδους: 2019, 2023 και 2024.

Γράφει ο Γιώργος Λακόπουλος

Η αντίδρασή του, τον Μάιο του 2019, ως Πρωθυπουργού με εκλογικό ορίζοντα τον Οκτώβριο του ιδίου έτους – μετά από την επικράτηση της Δεξιάς στην Αυτοδιοίκηση και τις ευρωεκλογές, υπήρξε  επιλογή μηδενικής στρατηγικής: το βράδυ των αποτελεσμάτων κινήθηκε με ψυχολογία «τζογαδόρου» που λέει «τα ρέστα μου» μετά από ένα ατυχές ποντάρισμα.

Το ατυχές να κατεβάσει μήνες μετά το Μάτι, τη Δούρου ως υποψήφια στην περιφέρεια Αττικής, ή να  μην έχει διακόψει, αυτοκριτικά, τις σχέσεις με τον Καμμένο, μετά την έξοδο από τον μνημονιακό κύκλο – την οποία εξυπηρετούσε κατ’ ανάγκη η σύμπραξη μαζί του, δεδομένου ότι το ΠΑΣΟΚ και το Ποτάμι ήταν μνημονιακά κόμματα.

Είχαν προηγηθεί λάθη στα ψηφοδέλτια για την Αυτοδιοίκηση και το Ευρωκοινοβούλιο και  σπαταλήθηκαν -με ψυχολογία πανικού- τα πολεμοφόδια που θα απέδιδαν, αν είχαν χρησιμοποιηθεί σε βουλευτικές εκλογές στη συνταγματική λήξη της τετραετίας.

Έτσι ο Τσίπρας, έχασε την ευκαιρία να μπει στην προεκλογική αναμέτρηση το φθινόπωρο του 2019, έχοντας εν τω μεταξύ ορίσει τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας, τον Έλληνα εκπρόσωπο στη Κομισιόν -και αλλάξει τον Ποινικό Κώδικα, χωρίς την μάλλον επιζήμια σπουδή που αποδυνάμωσε τις  συμμαχίες του.

Στην  περίπτωση των εκλογών του 2023, ουδείς μπορούσε να φανταστεί ότι ένας χαρισματικός πολιτικός σαν τον τέως πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ, θα έφτανε στις κάλπες απέναντι στον «χειρότερο Πρωθυπουργό από τη Μεταπολίτευση»-κατά τη δική του αξιολόγηση- χωρίς να έχει αξιοποιήσει στο  κόμμα το στοιχείο της, αν μη τι άλλο, αξιοπρεπούς ήττας του 2019 , που τον κρατούσε ενεργά στο παιχνίδι της διακυβέρνησης.

Χωρίς αυτοκριτική, χωρίς μετεξέλιξη και ανανέωση, με τα εσωκομματικά βαρίδια πρώτο τραπέζι πίστα, αντί για νέα κυβερνώσα ομάδα, πήγε στις εκλογές του Μαΐου του 2023 ξυπόλυτος στα αγκάθια.  Με υποψήφιους υπουργούς, τον Πολάκη, τον Παππά, τον Σκουρλέτη τον Φίλη και άλλους, που είχαν ήδη ξεπεραστεί με την ήττα του 2019 και δεν υπήρχαν κορόιδα να τους φέρουν στα πράγματα  ως «δεύτερη φορά Αριστερά».

Στις εκλογές του Ιουνίου δεν άλλαξε τουλάχιστον κάποια ψηφοδέλτια -όπως είχε  κάθε δικαίωμα και λόγο- και άφησε να βαρύνει η ευθύνη  για την συντριβή τον Κατρούγκαλο, τη Φωτίου και τον Τσακαλώτο! Χάλασε τις σχέσεις του με την, υπερφίαλη, Αχτσιόγλου -που ο ίδιος ανέδειξε-  και  όπως αναδείχθηκε εκ των υστέρων, δέχθηκε τον Κασσελάκη, ως μόνιμη  προεκλογική σκιά του ανά την επικράτεια. Έχοντας βάλει στη Βουλή την -συμπαθή κατά τα λοιπά- Ακρίτα, αντί για τον καθηγητή Γεροτζιάφα.

Αποχώρησε από την ηγεσία, χωρίς επεξεργασμένη λύση για τη διαδοχή του, αλλά και χωρίς να είναι   αποφασισμένος για πραγματική αποχώρηση. Όπως ο Γ. Παπανδρέου το 2011, που έφυγε από την πρωθυπουργία και ταυτόχρονα ήθελε να παραμένει Πρωθυπουργός με το όνομα Φίλιππος Πετσάλνικος.

Ως εγγυητής των όρων της διαδοχής του επέτρεψε να χριστεί υποψήφιος κάποιος που δεν ήταν καν μέλος του κόμματος, ούτε προερχόταν από την Αριστερά και επέτρεψε στις δυνάμεις που επηρέαζε να τον εκλέξουν- παρότι ήταν ορατός ο κίνδυνος της διάσπασης.

«Αλέξη, έλα επάνω»

Στο διάστημα της μέχρι τώρα ηγεσίας Κασσελάκη  πίσω από τα γλυκανάλατα και υποκριτικά που ακούγονται για τον Τσίπρα, είναι ορατή η επιδίωξη  μεταμόρφωσης του ΣΥΡΙΖΑ σε ΙΧ μόρφωμα, που θα λειτουργεί συμπληρωματικά με τη Δεξιά.

Ανταγωνίζεται τον Μητσοτάκη και όχι την πολιτική και την ιδεολογία, του- και πάντως, ως κόμμα, δεν πείθει ότι υπηρετεί την διαδρομή και τους στόχους της Αριστεράς.

Αντίθετα εντείνεται η ρητορική κατά της περιόδου Τσίπρα, που ετοιμάζει το έδαφος ακόμη και για σύγκρουση με τον ίδιο τον Τσίπρα, όπως συνέβη στο πρόσφατο «συνέδριο».

Σ’ αυτό το διάστημα ο πρώην Πρωθυπουργός φαίνεται να έχει πέσει στην παγίδα της επιστροφής του, χωρίς τη θεμελιώδη προϋπόθεση γι’ αυτό: την απο-συριζοποίησή του.

Δεν απευθύνεται πρωτίστως στη Δημοκρατική Παράταξη και την ελληνική Κεντροαριστερά, που τον  ανέδειξαν στην πρωθυπουργία, αλλά επιδιώκει την αποδοχή της κομματικής βάσης του ΣΥΡΙΖΑ, που ήδη έχει συρρικνωθεί μετά τη διάσπαση -και αλλοιώνεται.

Του αποδίδεται διάθεση να «μείνει σε επαφή » με αυτή τη βάση, παρότι οι συνεδριακοί εκπρόσωποί της απέρριψαν, διόλου κολακευτικά, την πρότασή του να  ξαναψηφίσουν για ηγεσία, με νέους όρους που θα περιέχουν «και τις απαντήσεις, όχι μόνο τις ερωτήσεις».

Ο Αλέξης Τσίπρας δεν «αποχώρησε» από τις κομματικές διεργασίες. Με την έννοια ότι μετέχει από το παρασκήνιο, με όχι επιτυχή τρόπο. Παραμένει επίσης ασαφής η σχέση του με τον διάδοχό του, που ισχυρίζεται εξ αρχής ότι συμπίπτουν μεταξύ τους– και χρησιμοποιεί το όνομά του: πρώτα για να κερδίσει και στη συνέχεια για να εδραιωθεί.

Η παρουσία του Τσίπρα στην παρουσίαση του ευρωψηφοδέλτιο υπερέβη την τυπική υποχρέωση- αν υπάρχει- και μόνο το κύρος του ως πρώην πρωθυπουργού – αλλά και πολιτικού μεγέθους υπέρτερου του διαδόχου του -δεν διασφάλιζε.

Απλώς νομιμοποίησε τις τρέχουσες  επιλογές, ως μέρος του σκηνικού στο κλίμα της αφ’ υψηλού παρότρυνσης «Αλέξη, έλα επάνω». Πάλι καλά που δεν ακούσαμε στο τέλος: «Και τώρα κατέβα κάτω». Κάποιοι παραβλέπουν ότι συχνά στην πολιτική οι ασπασμοί είναι φιλιά του Ιούδα.

Στη μετά Τσίπρα περίοδο του ΣΥΡΙΖΑ πλεονάζουν οι αναφορές που του επιρρίπτουν όλες τις ευθύνες για την κακοδαιμονία του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό προοιωνίζεται σύγκρουση. Σαν αυτή που οργάνωσε  στο ΠΑΣΟΚ ο Γ. Παπανδρέου για να λήξει ταπεινωτικά την πολιτική διαδρομή του Σημίτη, χωρίς να ανοίξει μύτη. Ή όπως έκανε ο Μητσοτάκης στη ΝΔ και ανάγκασε τον Καραμανλή να επιλέξει -με προσωπική  αξιοπρέπεια και πολιτικό  ήθος- την αυτοεξαίρεση του από τη Κοινοβουλευτική Ομάδα.

Άλλο Τσίπρας και άλλο Κασσελάκης

Η «ενθουσιώδης»  και χειροκροτηθείσα στην αίθουσα, εμφάνιση Τσίπρα δίπλα στον Κασσελάκη , υποδηλώνει αναδεικνύει την λανθασμένη στρατηγική του πρώην Πρωθυπουργού σε σχέση με την ανάδειξή του ως φυσικού επικεφαλής της Δημοκρατικής Παράταξης στο διάστημα 2012-19.  Για συγκεκριμένους λόγους:

Πρώτο: Η διαδρομή του Τσίπρα στην πολιτική, η προσωπική του συγκρότηση, το ύφος της δημόσιας  παρουσίας  του, αποκλίνει κραυγαλέα από το στυλ Κασσελάκη. Δεν υπάρχει λόγος να τεθούν σε σύγκριση. Αρκεί ότι ως πολιτικές συμπεριφορές υποδηλώνουν διαφορετικές επιδιωξεις, με διαφορετικού τύπου πολιτικό φορέα.

Δεύτερο: Οι πολιτικοί στόχοι του Τσίπρα από την ώρα που ανέλαβε τον ΣΥΡΙΖΑ μέχρι τώρα δεν έχουν συνάφεια με τους προσωπικούς στόχους του Κασσελάκη, που εφάπτονται της πολιτικής των ΗΠΑ, του  Ισραήλ, αλλά και του μεγάλου κεφαλαίου, χωρίς καν την ευρωπαϊκή παράμετρο.

Τρίτo: Η επικράτηση Κασσελάκη -συμπεριλαμβάνοντας και την προεξοφλημένη παραμονή του στην ηγεσία ανεξαρτήτως επιδόσεων στις ευρωεκλογές σημαίνει συνέχιση της «αντι-Τσίπρα» εξέλιξης του ΣΥΡΙΖΑ, ακόμη και αν συρρικνωθεί περαιτέρω. Ασφαλώς δεν μπορεί να είναι στόχος για τον πρώην Πρωθυπουργό να μπορεί σε ανταγωνισμό με τον… Παππά, για την ηγεσία κόμματος με μονοψήφιο ποσοστό, ώστε  να κρατήσει, περισσότερο από όσο χρειάζεται, επαφή με τον μειοψηφικό ΣΥΡΙΖΑ.

Αντίθετα έτσι κάνει το ίδιο λάθος που έκανε και μετα το 2015: ενώ η εκλογική νίκη προήλθε αποκλειστικά από την προσωπική ακτινοβολία του στην ευρύτερη Παράταξη, δέχθηκε στην πράξη  ότι την οφείλει στον «κομματική Αριστερά» του ΣΥΡΙΖΑ των 30.000 μελών.

Το ερώτημα σε ό,τι αφορά τον Τσίπρα και την προοπτική του ως πολιτικού ηγέτη είναι απλό: σε ποιόν απευθύνεται και ως τι;  Σε ό,τι απέμεινε από το κόμμα του  ως μέλλων εκ νέου επικεφαλής του; Ή στην ευρύτερη προοδευτική παράταξη ως φορέας της προοπτικής να πάρει τη θέση του Μητσοτάκη [με την αναγνωρισμένη ιδιότητα του «πρωθυπουργήσιμου» που δεν διαθέτουν οι επικεφαλής του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΡΙΖΑ;

Κοντά στο νου κι η γνώση: άλλο Τσίπρας και άλλο Κασσελάκης.  Ότι ο δεύτερος υπήρξε διάδοχος του πρώτου ήταν μάλλον απρόβλεπτη εξέλιξη που ήδη κρίνεται. Η ιδέα να αντιστραφούν οι ρόλοι θα είναι  κάτι χειρότερο- για όσους γνωρίζουν την ιστορία των παρατάξεων της χώρας και αντιλαμβάνονται πώς και με ποιον επικεφαλής μπορεί να προκύψει πολιτική αλλαγή…

Πηγή: Ανοιχτό Παράθυρο