Η μεγάλη νίκη των Εργατικών το 2024 οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στην κατάρρευση των Συντηρητικών μετά από χρόνια κρίσεων και όχι σε προσωπικό ενθουσιασμό υπέρ του Στάρμερ. Πολλοί ψηφοφόροι τον έβλεπαν ως «ασφαλή επιλογή», όχι ως ηγέτη με ισχυρό όραμα.
Όταν ανέλαβε την εξουσία, η έλλειψη μιας σαφούς αφηγηματικής κατεύθυνσης έγινε εμφανής. Έδωσε την εικόνα συνεχών υπαναχωρήσεων.
Απέκτησε φήμη πολιτικού που άλλαζε θέσεις και υποχωρούσε υπό πίεση. Αυτό έπληξε την αξιοπιστία του τόσο προς τα αριστερά όσο και προς το κέντρο. Μέσα στο ίδιο το Εργατικό Κόμμα υπήρχε η αίσθηση ότι η κυβέρνηση αντιδρούσε στα γεγονότα αντί να τα διαμορφώνει.
Του Ανδρέα Ανδριανόπουλου
Οι πιο αριστεροί ψηφοφόροι τον θεωρούσαν υπερβολικά κεντρώο και τεχνοκρατικό. Οι πιο συντηρητικοί εργατικοί ψηφοφόροι δεν πείστηκαν ότι μπορούσε να ελέγξει αποτελεσματικά τη μετανάστευση ή να βελτιώσει γρήγορα την οικονομία.
Ένα τμήμα των φιλοπεριβαλλοντικών ψηφοφόρων απογοητεύθηκε από τις υποχωρήσεις του σε πράσινες πολιτικές. Ο μεγαλύτερος ίσως πολιτικός κίνδυνος ήταν η εκρηκτική άνοδος του Reform UK υπό τον Νάιγκελ Φάραζ. Το Reform απορρόφησε πολλούς πρώην ψηφοφόρους των Συντηρητικών αλλά και μέρος της παραδοσιακής εργατικής βάσης σε θέματα μετανάστευσης, εθνικής ταυτότητας και κόστους ζωής. Οι δημοσκοπήσεις άρχισαν να δείχνουν το Reform ακόμη και μπροστά από τους Εργατικούς. Κακές εκλογικές επιδόσεις υπήρξαν το 2025–26.
Οι τοπικές εκλογές αποτέλεσαν σημείο καμπής. Οι Εργατικοί έχασαν σημαντικό αριθμό εδρών και η εσωκομματική αμφισβήτηση μετατράπηκε σε ανοιχτή συζήτηση για αντικατάσταση του Στάρμερ. Οι δείκτες δημοφιλίας του έφτασαν σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα.
Δημοσκοπήσεις το 2025 και το 2026 τον εμφάνιζαν ως έναν από τους πιο αντιδημοφιλείς πρωθυπουργούς της σύγχρονης βρετανικής ιστορίας, με αρνητικές γνώμες που συχνά ξεπερνούσαν κατά πολύ τις θετικές.
Όταν βουλευτές και υπουργοί άρχισαν να πιστεύουν ότι ο Στάρμερ δεν μπορούσε πλέον να κερδίσει τις επόμενες εκλογές, η ηγεσία του αποδυναμώθηκε δραματικά. Παραιτήσεις στελεχών, δημόσιες επικρίσεις και η ανάδειξη του Άντυ Μπέρναμ ως πιθανής εναλλακτικής λύσης επιτάχυναν την πτώση του.
Ο Στάρμερ δεν κατέρρευσε επειδή απέτυχε σε ένα μόνο θέμα. Κατέρρευσε επειδή δεν είχε ισχυρό πολιτικό όραμα, έχασε την εμπιστοσύνη μέρους της βάσης του, πιέστηκε από τα δεξιά από το Reform και από τα αριστερά από τους Πράσινους, δεν κατάφερε να δείξει γρήγορα αποτελέσματα στην οικονομία και στη μετανάστευση και τελικά έχασε την εμπιστοσύνη του ίδιου του κόμματός του.
Από ιδεολογική άποψη, η περίπτωση Στάρμερ είναι ένα παράδειγμα για το πώς μια μετριοπαθής κεντροαριστερή κυβέρνηση μπορεί να βρεθεί «στριμωγμένη» ανάμεσα σε λαϊκιστικές πιέσεις από τα δεξιά και πιο προοδευτικές απαιτήσεις από τα αριστερά. Αυτό συνδέεται και με τις ευρύτερες ανακατατάξεις που βλέπουμε σήμερα σε πολλές ευρωπαϊκές δημοκρατίες.