Η κρατική επιδότηση των 8,5 λεπτών ανά κιλοβατώρα στο αγροτικό ρεύμα παρουσιάστηκε ως μια σημαντική ανάσα για τον πρωτογενή τομέα σε μια περίοδο έντονων πιέσεων στο κόστος παραγωγής.
Ωστόσο, πίσω από την άμεση ανακούφιση που προσφέρει, αναδεικνύεται ένα σοβαρό ερώτημα στρατηγικής: πρόκειται για μια ουσιαστική λύση ή για μια δαπανηρή προσωρινή παρέμβαση που αφήνει ανέγγιχτο το πραγματικό πρόβλημα;
Του Μιχάλη Χριστοδουλίδη
Όταν το δημοσιονομικό κόστος αυτής της οριζόντιας επιδότησης αγγίζει τα 185 εκατομμύρια ευρώ, η αξιολόγηση της αποτελεσματικότητάς της δεν μπορεί να περιορίζεται στο βραχυπρόθεσμο πολιτικό όφελος, αλλά πρέπει να εξετάζει αν συμβάλλει σε μια διαρκή μείωση του ενεργειακού κόστους των αγροτών.
Στην πράξη, η συγκεκριμένη πολιτική δεν μειώνει την ανάγκη κατανάλωσης ενέργειας· απλώς επιδοτεί την ίδια την κατανάλωση.
Το κράτος καλύπτει μέρος του λογαριασμού χωρίς να αλλάζει τις δομές που τον δημιουργούν. Δεν εκσυγχρονίζει τον εξοπλισμό, δεν περιορίζει τις απώλειες, δεν ενισχύει την αποδοτικότητα και δεν αυξάνει την ενεργειακή αυτονομία των παραγωγών.
Με άλλα λόγια, χρηματοδοτεί τη συνέχιση ενός ενεργοβόρου μοντέλου λειτουργίας αντί να το μετασχηματίζει. Το αποτέλεσμα είναι ότι η ελάφρυνση διαρκεί όσο διαρκεί και η επιδότηση, ενώ η εξάρτηση από τις διακυμάνσεις της αγοράς ενέργειας παραμένει.
Αυτό αναδεικνύει και το σημαντικό κόστος ευκαιρίας των 185 εκατ. ευρώ. Τα ίδια χρήματα θα μπορούσαν να κατευθυνθούν σε στοχευμένες παρεμβάσεις που θα μείωναν μόνιμα την κατανάλωση ενέργειας στον αγροτικό τομέα. Ένα από τα βασικότερα σημεία ενεργειακής σπατάλης βρίσκεται στον εξοπλισμό: γεωτρητικές αντλίες, πιεστικά άρδευσης και παλαιοί ηλεκτροκινητήρες λειτουργούν συχνά με τεχνολογία δεκαετιών, καταναλώνοντας πολύ περισσότερη ενέργεια από όσο απαιτείται σήμερα.
Η επιδότηση για την αντικατάστασή τους με σύγχρονες αντλίες μεταβλητών στροφών (inverter), υψηλής απόδοσης κινητήρες και «έξυπνα» συστήματα διαχείρισης άρδευσης θα μπορούσε να μειώσει την κατανάλωση ακόμη και κατά 30% έως 50%. Μια τέτοια μείωση δεν θα ήταν προσωρινή, αλλά μόνιμη, οδηγώντας σε πραγματικό κόστος ενέργειας που θα μπορούσε να πέσει κάτω από τα 5 λεπτά ανά κιλοβατώρα.
Η διαφορά εδώ δεν είναι φιλοσοφική αλλά ουσιαστική: η σημερινή πολιτική επιδοτεί λειτουργικά έξοδα, ενώ μια εναλλακτική στρατηγική θα επένδυε σε κεφαλαιουχικές αναβαθμίσεις. Αντί να χρηματοδοτείται κάθε χρόνο η κατανάλωση, θα μπορούσε να χρηματοδοτηθεί η μείωσή της μέσω τεχνολογικού εκσυγχρονισμού, αυτοματισμών και ενεργειακής αποδοτικότητας. Έτσι, το κράτος δεν θα εγκλωβιζόταν σε μια διαρκή δημοσιονομική επιβάρυνση, αλλά θα δημιουργούσε τις συνθήκες για μια αυτοτροφοδοτούμενη μείωση του κόστους.
Ακόμη πιο καθοριστική θα μπορούσε να είναι η προτεραιοποίηση της δημιουργίας αγροτικών ενεργειακών κοινοτήτων με αξιοποίηση του εικονικού ενεργειακού συμψηφισμού. Μέσα από συλλογικές επενδύσεις σε φωτοβολταϊκά συστήματα, οι αγρότες θα είχαν τη δυνατότητα να παράγουν τη δική τους ενέργεια και να την συμψηφίζουν με τις ανάγκες τους, ιδιαίτερα για άρδευση, όχι εγκατάσταση στα καλλιεργήσιμα χωράφια, αλλά σε άγονη γη.
Σε τέτοια μοντέλα, το πραγματικό ενεργειακό κόστος μπορεί να μειωθεί δραστικά και να σταθεροποιηθεί σε επίπεδα ακόμη και κάτω από 5 λεπτά ανά κιλοβατώρα, ανεξάρτητα από τις διακυμάνσεις της χονδρικής αγοράς. Η ενεργειακή αυτονομία που θα προέκυπτε θα λειτουργούσε ως ασπίδα απέναντι στις μελλοντικές κρίσεις τιμών.
Η λύση στο αγροτικό ρεύμα δεν είναι η επιδότηση στη τιμή της κατανάλωσης του ρεύματος, αλλά η εξοικονόμηση ενέργειας μέσα από σύγχρονο ενεργειακά αποδοτικό παραγωγικό εξοπλισμό και η αξιοποίηση του τσάμπα ήλιου
* Ο Μιχάλης Χριστοδουλίδης είναι Διπλ Μηχανολόγος Μηχανικός ΑΠΘ και Ενεργειακός Επιθεωρητής