Οι ανισότητες και οι κοινωνικές αδικίες, δεν θεραπεύονται με προσόδους, επιδόματα χωρίς παραγωγικό αποτέλεσμα και παροχές προς συντεχνίες και ομάδες πίεσης. Η ευημερία και η δημοκρατία στη ψηφιακή εποχή μας συνδέονται στενά με την ικανότητα μιάς κοινωνίας να καινοτομεί και να θέλγει μέσο μακροπρόθεσμους παραγωγικούς στόχους υπό τη μορφή αποστολής. Πάνω σε αυτό το βάθρο η γνωστή στον προοδευτικό χώρο καθηγήτρια Μαριάννα Ματσουκάτο, στο νέο βιβλίο της αναπτύσσει τη θεωρία της οικονομίας της αποστολής (Εκδόσεις Επίκεντρο).

Το πρώτο βιβλίο της καθηγήτριας Mazzucato που διάβασα ήταν το «Επιχειρηματικό Κράτος» (Εκδόσεις Κριτική), το οποίο προλογίζει πολύ εύστοχα ο καθηγητής ΕΜΠ κ. Γιάννης Καλογήρου και που θέλει να αποδείξει ότι το κράτος μπορεί να επενδύει σε Καινοτομίες και να αναλαμβάνει κινδύνους σε τομείς όπου οι ιδιώτες διστάζουν. 

Αυτή την ανάληψη κινδύνων, η καθηγήτρια Μ. Mazzucato την αποκαλεί «οικονομία της αποστολής» και θεωρεί ότι είναι ένας φιλόδοξος στόχος για να αλλάξει ο καπιταλισμός. Υπό αυτή την έννοια, η καθηγήτρια και συγγραφέας δεν αναπτύσσει μια μαρξιστογενή αντικαπιταλιστική ρητορική, αλλά τάσσεται χωρίς περιστροφές υπέρ ενός αντιγραφειοκρατικού, αποτελεσματικού και καινοτόμου κράτους, που από μόνο του θα μπορεί να παράγει αξίες, αλλά και νέες ουτοπίες.

«...Ο καπιταλισμός», γράφει, «...βρίσκεται πράγματι σε κρίση. Όμως τα καλά νέα είναι ότι μπορούμε να βελτιώνουμε τα πράγματα. Γνωρίζουμε από το παρελθόν ότι οι δημόσιοι και ιδιωτικοί δρώντες μπορούν να συνεργαστούν για να πετύχουν εξαιρετικά πράγματα αρκεί βέβαια να φανταστούμε και να δημιουργήσουμε έναν πιο συμπεριληπτικό και βιώσιμο καπιταλισμό, με πράσινη παραγωγή και κατανάλωση, λιγότερη ανισότητα, μεγαλύτερη προσωπική ολοκλήρωση, ανθεκτική ιατρική περίθαλψη και υγεία σε μεγάλη ηλικία, βιώσιμη κινητικότητα, ψηφιακή πρόσβαση για όλους. Όμως οι μικρές, εκθετικές αλλαγές δεν θα μας οδηγήσουν σε αυτά τα αποτελέσματα. Πρέπει να έχουμε το θάρρος και την πεποίθηση για να κοιτάξουμε ψηλότερα - να ηγηθούμε σημαντικών αλλαγών που διαθέτουν τόση φαντασία όση και φιλοδοξία, και στοχεύουν σε κάτι πολύ πιο φιλόδοξο από το να στείλουμε έναν άνθρωπο στο φεγγάρι.

Για να το κάνουμε αυτό με επιτυχία, τα κράτη πρέπει να επενδύσουν στις εσωτερικές τους δυνατότητες - να ενισχύσουν την ικανότητα και την εμπιστοσύνη ώστε να σκέφτονται τολμηρά, να συνεργάζονται με τις επιχειρήσεις και την κοινωνία των πολιτών, να αποτελούν τον καταλύτη για νέες μορφές συνεργασίας μεταξύ διαφορετικών τομέων, και να χρησιμοποιούν μέσα που επιβραβεύουν τους πρόθυμους να συνεργαστούν και να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες. Αυτό που πρέπει να κάνουν δεν είναι ούτε να επιλέξουν νικητές ούτε να προσφέρουν βοήθεια, επιχορηγήσεις και εγγυήσεις χωρίς όρους, αλλά να επιλέξουν τους πρόθυμους. Και οι αποστολές αφορούν τη δημιουργία αγορών, όχι απλώς τη διόρθωσή τους. Αφορούν το να φανταστούμε νέους τομείς διερεύνησης. Αφορούν την ανάληψη ρίσκου, όχι απλώς την αφαίρεσή του. Κι αν αυτό σημαίνει να γίνουν λάθη στην πορεία, ας γίνουν. Η μάθηση μέσω της δοκιμής και του σφάλματος είναι σημαντική για οποιαδήποτε άσκηση δημιουργίας αξίας. Οι φιλόδοξες αποστολές έχουν επίσης το θάρρος να καθορίζουν τους όρους συνεργασίας ώστε να μην είναι απαραίτητα ισότιμοι....».

Αυτό το μοντέλο που προτείνει η Mariana Mazzucato είναι η αποκαλούμενη από την ίδια «οικονομία της αποστολής». Στο πλαίσιο της τελευταίας, το κράτος, είναι όντως δημιουργός αξίας, που κατευθύνεται από τον δημόσιο σκοπό. Ωστόσο η συγγραφέας αναγνωρίζει ότι τα κράτη δεν μπορούν να επιδιώξουν αποστολές μόνα τους. Πρέπει να συνεργαστούν με επιχειρήσεις που καθοδηγούνται από τον σκοπό προκειμένου να υλοποιήσουν τους στόχους.  

  

Συνεπώς η Mariana Mazzucato προτείνει την αναβάθμιση του επιχειρείν και των επιχειρήσεων μέσω την παραγωγικής επανεπένδυσης των κερδών τους, σημαντικό μέρος των οποίων σήμερα πάει στη χρηματοοικονομία και άρα στην προσοδοθηρία.

Στην ουσία η συγγραφέας προτείνει νέους παραγωγικούς δρόμους στη σοσιαλδημοκρατία, που σημαίνει ότι την καλεί να σκεφτεί τον σχηματισμό ενός νέου κράτους.

«...Πρώτα απ’ όλα», τονίζει, «....αυτό σημαίνει να επανεφεύρουμε το κράτος για τον 21ο αιώνα - εξοπλίζοντας το με τα εργαλεία, την οργάνωση και την κουλτούρα που χρειάζεται για να καθοδηγήσει μια προσέγγιση που προσανατολίζεται στην αποστολή. Επίσης, σημαίνει να φέρουμε τον σκοπό στο επίκεντρο της εταιρικής διακυβέρνησης και να πάρουμε μια πολύ ευρεία θέση υπέρ των εμπλεκόμενων στο σύνολο της οικονομίας. Σημαίνει να αλλάξουμε τη σχέση ανάμεσα στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, καθώς και ανάμεσα σε αυτούς και την κοινωνία των πολιτών, έτσι ώστε όλοι να λειτουργούν συμβιωτικά για έναν κοινό στόχο. Ο λόγος που δίνεται έμφαση στο να ξανασκεφτούμε τον ρόλο του κράτους είναι απλός: Μόνο το κράτος έχει τη δυνατότητα να φέρει την αλλαγή στην κλίμακα στην οποία χρειάζεται. Η σχέση ανάμεσα στους οικονομικούς δρώντες και στην κοινωνία των πολιτών δείχνει πόσο βαθιά είναι τα προβλήματά μας, και αυτό είναι που πρέπει να εξηγήσουμε.

Μπορούμε να ξεκινήσουμε αναγνωρίζοντας ότι οι καπιταλιστικές αγορές είναι αποτέλεσμα του πώς οργανώνουμε και πώς διαχειριζόμαστε τον κάθε δρώντα στο σύστημα, και του πώς σχετίζονται μεταξύ τους οι διαφορετικοί δρώντες. Αυτό ισχύει για τον ιδιωτικό και τον δημόσιο το¬μέα καθώς και για άλλους τομείς, όπως τους μη κερδοσκοπικούς. Κανένα συγκεκριμένο είδος συμπεριφοράς της αγοράς δεν είναι αναπόφευκτο...». 

Μπορούν οι παραπάνω θέσεις και απόψεις να γίνουν τροφή για σκέψη και για κάποιους συμπατριώτες μας μεταρρυθμιστές;