Η πρόσφατη συμφωνία μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη διπλωματική διευθέτηση για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης. Αποτελεί ένα γεγονός με πολύ βαθύτερες γεωπολιτικές, γεωοικονομικές και πολιτισμικές προεκτάσεις.
Πίσω από τις διαπραγματεύσεις για το εμπλουτισμένο ουράνιο, τις κυρώσεις και τα Στενά του Ορμούζ, κρύβεται μια ευρύτερη αντιπαράθεση δύο διαφορετικών αντιλήψεων για την οργάνωση του κόσμου: από τη μία πλευρά η φιλελεύθερη θαλάσσια τάξη που βασίζεται στο διεθνές εμπόριο, στο διεθνές δίκαιο και στους πολυμερείς θεσμούς, και από την άλλη η λογική των περιφερειακών σφαιρών επιρροής, της στρατηγικής ισχύος και της γεωπολιτικής επιβολής.
Του Γιώργου Ατσαλάκη
Η συμφωνία υπεγράφη σε ένα ιδιαίτερα συμβολικό μέρος, στο Ανάκτορο των Βερσαλλιών, εκεί όπου το 1919 υπογράφηκε η συνθήκη που έθεσε τέλος στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο συμβολισμός είναι προφανής. Όπως τότε επιχειρήθηκε να διαμορφωθεί μια νέα διεθνής τάξη μετά από μια παγκόσμια σύγκρουση, έτσι και σήμερα επιχειρείται να διαμορφωθεί μια νέα ισορροπία δυνάμεων στη Μέση Ανατολή και στην παγκόσμια αγορά ενέργειας.
Η γεωοικονομική σημασία των Στενών του Ορμούζ: Στην καρδιά της συμφωνίας βρίσκεται το ζήτημα των Στενών του Ορμούζ. Από το συγκεκριμένο πέρασμα διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου. Η λειτουργία του επηρεάζει άμεσα τις τιμές της ενέργειας, τον πληθωρισμό, τις χρηματοπιστωτικές αγορές και τελικά το κόστος ζωής δισεκατομμυρίων ανθρώπων οπότε μπορεί να προκαλέσει πολιτική αστάθεια σε πάρα πολλές χώρες.
Η ιστορία δείχνει ότι ο έλεγχος των εμπορικών διαδρόμων υπήρξε πάντοτε η βασική πηγή πλούτου και ισχύος. Οι αρχαίες αυτοκρατορίες πλούτισαν επειδή έλεγχαν χερσαίες και θαλάσσιες διαδρομές. Σήμερα, η οικονομική ισχύς εξακολουθεί να εξαρτάται από τον έλεγχο των δικτύων διακίνησης αγαθών, ενέργειας και πληροφοριών.
Η συμφωνία προβλέπει την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ και τη σταδιακή αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας. Αυτό δεν αποτελεί απλώς μια ενεργειακή εξέλιξη. Αποτελεί νίκη της λογικής της ελεύθερης ναυσιπλοΐας απέναντι στη λογική της γεωπολιτικής ομηρίας των εμπορικών διαδρόμων.
Η ουσία της διαμάχης είναι βαθύτερη. Το Ιράν επιδίωκε επί δεκαετίες να χρησιμοποιήσει τη γεωγραφική του θέση ως εργαλείο στρατηγικής πίεσης. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους επιδιώκουν ακριβώς το αντίθετο: οι θαλάσσιες οδοί να παραμένουν ανοιχτές, προσβάσιμες και προστατευμένες από το διεθνές δίκαιο.
Δύο διαφορετικά μοντέλα παγκόσμιας τάξης: Η σημερινή κρίση δεν μπορεί να κατανοηθεί μόνο μέσα από το πρίσμα του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν. Στην πραγματικότητα αντανακλά μια ιστορική αντιπαράθεση μεταξύ δύο διαφορετικών γεωπολιτικών συστημάτων.
Το πρώτο είναι το ηπειρωτικό μοντέλο ισχύος. Βασίζεται στον έλεγχο εδαφών, στην επέκταση σφαιρών επιρροής, στη στρατιωτική ισχύ και στη δημιουργία ζωνών ασφαλείας γύρω από το κέντρο της εξουσίας. Πρόκειται για το μοντέλο που ακολούθησαν ιστορικά οι περισσότερες ηπειρωτικές αυτοκρατορίες.
Το δεύτερο είναι το θαλάσσιο μοντέλο ισχύος. Βασίζεται στην ελευθερία της ναυσιπλοΐας, στο διεθνές εμπόριο, στη διασύνδεση αγορών και στη λειτουργία διεθνών θεσμών που μειώνουν το κόστος των συναλλαγών. Οι θαλάσσιες δυνάμεις δεν πλουτίζουν κατακτώντας εδάφη αλλά δημιουργώντας δίκτυα ανταλλαγών εμπορευμάτων.
Η συμφωνία ΗΠΑ–Ιράν αποτελεί μια προσπάθεια διατήρησης του δεύτερου μοντέλου. Στην ουσία της είναι μια προσπάθεια να αποτραπεί η μετατροπή των Στενών του Ορμούζ σε εργαλείο γεωπολιτικού εκβιασμού.
Η πυρηνική διάσταση της σύγκρουσης: Το δεύτερο μεγάλο ζήτημα αφορά το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Η συμφωνία δεν λύνει οριστικά το πρόβλημα. Αντίθετα, δημιουργεί ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο θα διαπραγματευθούν οι λεπτομέρειες κατά τη διάρκεια μιας μεταβατικής περιόδου 60 ημερών.
Η ουσία όμως βρίσκεται αλλού. Για πρώτη φορά το Ιράν υπογράφει επίσημο κείμενο που επαναβεβαιώνει ότι δεν θα αποκτήσει πυρηνικά όπλα. Η διαφορά σε σχέση με προηγούμενες συμφωνίες είναι ότι αυτή η δέσμευση συνοδεύεται από έναν μηχανισμό επιβολής που βασίζεται όχι μόνο σε κυρώσεις αλλά και στην αξιόπιστη απειλή χρήσης στρατιωτικής ισχύος. Επίσης η τελική συμφωνία εφαρμόζεται μέσω δεσμευτικής απόφασης του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, που της δίνει μόνιμη διεθνή ισχύ.
Οι βασικές πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν έχουν υποστεί σοβαρές καταστροφές και ότι η δυνατότητα μετατροπής του εμπλουτισμένου ουρανίου σε υλικό οπλικού βαθμού έχει περιοριστεί δραστικά. Ανεξάρτητα από το κατά πόσο αυτή η εκτίμηση είναι απολύτως ακριβής, είναι σαφές ότι η συμφωνία προσπαθεί να μετατρέψει το πυρηνικό ζήτημα από στρατιωτική απειλή σε αντικείμενο διαρκούς διεθνούς ελέγχου.
Η διάσταση των πολιτισμών: Πίσω από όλα αυτά υπάρχει και μια βαθύτερη πολιτισμική διάσταση. Η σύγκρουση δεν αφορά μόνο κράτη αλλά και διαφορετικές αντιλήψεις για την πολιτική οργάνωση, την οικονομία και την κοινωνία. Ο δυτικός κόσμος οικοδόμησε τη μεταπολεμική διεθνή τάξη πάνω σε τέσσερις βασικές αρχές: α) το ελεύθερο εμπόριο, β) την ελευθερία της ναυσιπλοΐας, γ) το διεθνές δίκαιο και δ) πολυμερείς θεσμούς για να συνεννοούνται οι άνθρωποι.
Η λογική αυτή στηρίζεται στην παραδοχή ότι η οικονομική συνεργασία παράγει περισσότερο πλούτο από τη σύγκρουση. Αντίθετα, αρκετά αυταρχικά καθεστώτα εξακολουθούν να αντιλαμβάνονται τον κόσμο μέσα από το πρίσμα της ισχύος, της στρατηγικής πίεσης και της περιφερειακής κυριαρχίας. Το Ιράν, μέσω των περιφερειακών δικτύων επιρροής του, της Χεζμπολάχ, των Χούθι και άλλων οργανώσεων, επιχείρησε επί δεκαετίες να οικοδομήσει ένα εναλλακτικό σύστημα ισχύος στη Μέση Ανατολή.
Η συμφωνία ουσιαστικά περιορίζει αυτή τη δυνατότητα και επαναφέρει στο προσκήνιο την υπεροχή της διεθνούς οικονομικής διασύνδεσης έναντι της περιφερειακής στρατιωτικής επιρροής.
Ο ρόλος της Κίνας και της Ρωσίας: Η συμφωνία έχει επίσης σημαντικές συνέπειες για την Κίνα και τη Ρωσία. Η Κίνα υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους αγοραστές ιρανικού πετρελαίου κατά τη διάρκεια των κυρώσεων. Η Ρωσία αξιοποίησε τη συνεργασία με το Ιράν τόσο στρατιωτικά όσο και ενεργειακά. Η επανένταξη του Ιράν στο παγκόσμιο ενεργειακό σύστημα περιορίζει σε κάποιο βαθμό τη γεωπολιτική αξία αυτών των σχέσεων. Παράλληλα, η επιστροφή μεγάλων ποσοτήτων ιρανικού πετρελαίου στις διεθνείς αγορές αυξάνει τον ανταγωνισμό και ασκεί πιέσεις στις τιμές της ενέργειας, επηρεάζοντας και τα έσοδα άλλων πετρελαιοπαραγωγών χωρών. Με τον τρόπο αυτό, η συμφωνία δεν επηρεάζει μόνο τη Μέση Ανατολή αλλά και την ευρύτερη ισορροπία ισχύος μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων.
Η συμφωνία ως γεωπολιτικός συμβιβασμός: Η συμφωνία δεν αποτελεί οριστική λύση. Το ζήτημα του Λιβάνου παραμένει ανοιχτό. Η τύχη του εμπλουτισμένου ουρανίου παραμένει ανοιχτή. Οι όροι άρσης των κυρώσεων παραμένουν ανοιχτοί. Η τελική δομή του οικονομικού πακέτου ανασυγκρότησης παραμένει ανοιχτή. Ωστόσο, η ιστορία δείχνει ότι οι περισσότερες μεγάλες συμφωνίες δεν λύνουν όλα τα προβλήματα ταυτόχρονα. Δημιουργούν το πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορούν να επιλυθούν σταδιακά. Υπό αυτή την έννοια, η συμφωνία αποτελεί περισσότερο μια διαδικασία παρά ένα τελικό αποτέλεσμα.
Η συμφωνία ΗΠΑ–Ιράν αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα γεωπολιτικά γεγονότα των τελευταίων ετών. Πίσω από τις τεχνικές λεπτομέρειες για το πυρηνικό πρόγραμμα και τις κυρώσεις βρίσκεται μια ευρύτερη αντιπαράθεση μεταξύ δύο διαφορετικών αντιλήψεων για την παγκόσμια τάξη. Από τη μία πλευρά βρίσκεται η λογική των ανοιχτών θαλάσσιων διαδρόμων, του εμπορίου, της διεθνούς συνεργασίας και των θεσμών. Από την άλλη βρίσκεται η λογική των σφαιρών επιρροής, της στρατηγικής πίεσης και της γεωπολιτικής κυριαρχίας.
Η συμφωνία δεν τερματίζει αυτή τη διαμάχη. Αποτελεί όμως μια σημαντική νίκη της πρώτης αντίληψης απέναντι στη δεύτερη. Η επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, η επανένταξη του Ιράν στις παγκόσμιες ενεργειακές αγορές και η δέσμευση για διεθνή έλεγχο του πυρηνικού του προγράμματος ενισχύουν το μοντέλο μιας παγκόσμιας οικονομίας που βασίζεται στη διασύνδεση και όχι στον αποκλεισμό.
Το αν η συμφωνία θα επιτύχει τελικά ή όχι θα κριθεί τους επόμενους μήνες. Ωστόσο, ανεξάρτητα από την τελική της έκβαση, ήδη αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο: ότι η σύγκρουση του 21ου αιώνα δεν αφορά μόνο κράτη και στρατούς, αλλά και ανταγωνιστικά οράματα για το πώς πρέπει να οργανωθεί ο κόσμος και ποιος θα καθορίσει τους κανόνες του. Θα έχει και άλλες εστίες σύγκρουσης με πιθανότερη την Κούβα και μετέπειτα την αναθεωρητική Τουρκία.
* Ο Γιώργος Ατσαλάκης είναι οικονομολόγος και αναπληρωτής καθηγητής Πολυτεχνείου Κρήτης - Εργαστήριο Επιστημονικών Δεδομένων
Οι δισεκατομμυριούχοι του πολέμου στη Μέση Ανατολή
Το «σύστημα» της Αριστεράς
Ακολουθήστε το Lykavitos.gr στο Google News
και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις