Πίσω από την περίφημη συμφωνία συνεργασίας που Τουρκία, Σαουδική Αραβία και Πακιστάν υπέγραψαν στη Μέκκα, η Άγκυρα θα επιχειρήσει μια ιστορική επαναθεώρηση της επιρροής της και της γεωπολιτικής της παρουσίας στην ευρύτερη περιοχή μας.

Πολύ σωστά η εφημερίδα «Τα Νέα, Σαββατοκύριακο» της 15ης Αυγούστου, πρωτοσέλιδο θέμα της είχε την πρόσφατη «Συμφωνία της Μέκκας», η οποία είναι σοβαρό γεωπολιτικό γεγονός.

Τονίζει έτσι σε σχόλιο της η εφημερίδα ότι το αποκαλούμενο «σουνιτικό ΝΑΤΟ» που προκύπτει από το Σύμφωνο, κατά την Τουρκία, θα έχει αμυντικό χαρακτήρα, δηλαδή την αποτροπή πολέμου.

Του Αθανάσιου Χ. Παπανδρόπουλου

Στο πλαίσιο αυτό, η εφημερίδα επισημαίνει ότι «η Ελλάδα δεν έχει λόγο να ανησυχεί. Είναι ένα ισχυρό μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει εξαιρετικές σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες και αποτελεί παράγοντα σταθερότητας στη Μεσόγειο. Πρέπει να καταλάβει όμως ότι οι προσπάθειες διεθνούς απομόνωσης της Τουρκίας με επιχειρήματα όπως το casus belli στο Αιγαίο ή η κατοχή μέρους της Κύπρου δεν φέρνουν αποτελέσματα. Πρέπει να καταλάβει επίσης ότι στην εκρηκτική πραγματικότητα της Μέσης Ανατολής, η «διαρκής και στρατηγική» σχέση της με τα αραβικά κράτη δεν σημαίνει πολλά πράγματα. Απέναντι στον πολλαπλασιασμό των κινήσεων της Τουρκίας, απαιτείται η χάραξη μιας νέας στρατηγικής που δεν θα εξαντλείται στη δημιουργία «τριγώνων» και «μετώπων», αλλά θα σταθμίζει τα νέα δεδομένα για να θέτει μεσοπρόθεσμους και μακροπρόθεσμους στόχους.»

Αν και δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς εννοεί ο σχολιαστής της εφημερίδα με το τέλος του σχολίου του, σπεύδουμε να υπογραμμίσουμε ότι με το Σύμφωνο η Τουρκία σε πρώτη φάση θα προσπαθήσει να πλοηγηθεί στην αληθινά εύθραυστη σχέση της με τον αραβικό κόσμο. Παράλληλα δε θα εγκαταλείψει τα περίφημα σχέδια της «περί νέο-οθωμανισμού αυτοκρατορικού μοντέλου» και θα διεκδικήσει γεωγραφικά δικαιώματα στην ευρύτερη περιοχή της, συμπεριλαμβανομένου βεβαίως και του Αιγαίου.

Δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας, από ιστορικής πλευράς, ότι οι Άραβες είναι εναντίον των γνωστών νέο-οθωμανικών ονειρώξεων του Ταγίπ Ερντογάν και θεωρούν τους τέσσερεις αιώνες πολυπολιτισμικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μια σκοτεινή για εκείνους εποχή.

Στο επίπεδο αυτό όμως, η Τουρκία στο εξής φιλοδοξεί για ιστορικούς λόγους να παίξει κυρίαρχο ρόλο στο σουνιτικό ισλάμ και να δημιουργήσει μια γεωπολιτική οντότητα που θα έχει οικονομικό και πολιτιστικό  ειδικό βάρος και στη Βόρεια Αφρική. Αν δε στο Σύμφωνο της Μέκκας προσχωρήσει και η Αίγυπτος, τότε η οντότητα αυτή θα αποκτήσει ζωτική γεωπολιτική παρεμβατική δυνατότητα και όχι μόνον.

Θα είναι δε και ο κύριος αντίπαλος του Ιράν, το οποίο παρά τα νταηλίκια του και τις «απειλές» του, είναι υπό κατάρρευση. Και δεν θεωρούν πολλοί παρατηρητές ότι Ρωσία και Κίνα θα σπεύσουν να το «σώσουν».

Στην παρούσα γεωπολιτική φάση έτσι, είναι κατάδηλο ότι η Τουρκία θα ενεργεί πολύ προσεκτικά και οι όποιες προκλήσεις της θα είναι μελετημένες. Έχοντας ένα πολύ σοβαρό σχέδιο ανάπτυξης και επέκτασής της, δεν θα ρισκάρει κινήσεις ικανές να προκαλέσουν ζημιές σε αυτό που «κτίζει».

Όμως, μεταξύ νέων και παλαιών σύμμαχων της, θα ξεκινήσει μια περισσότερο έντονη «ενημέρωσή» τους, ότι δεν είναι δυνατόν ως στρατηγική χώρα να είναι αποκλεισμένη από μια θάλασσα όπως το Αιγαίο. Θα εντείνει έτσι όπου μπορεί ενέργειες και συμφωνίες, φανερές και κρυφές, για να έχει συναινέσεις σε διεκδικητικές πρωτοβουλίες της.

Με πιο απλά λόγια, η τακτική της θα μοιάζει με αυτή του Επιτήδειου Ουδέτερου, αλλά με συγκεκριμένες προτιμήσεις και επιλογές. Και ας μη ξεχνάμε ότι πρώτη προτεραιότητα του Ερντογάν είναι η διαιώνισή στην εξουσία. Προφανώς δε, αυτός είναι και ο λόγος που τον «θαυμάζει» και ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τράμπ.