Η επιστροφή του Ιράν σε καθεστώς αστικής δημοκρατίας και η άρση των κυρώσεων που σήμερα περιορίζουν τις εξαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου, σε συνδυασμό με την επανενεργοποίηση της Βενεζουέλας μέσω δυτικών επενδύσεων, διαμορφώνουν ένα νέο ενεργειακό καθεστώς παγκόσμιας εμβέλειας.

Δεν πρόκειται απλώς για μια πρόσκαιρη αύξηση της προσφοράς, αλλά για την επιστροφή δύο χωρών που από μόνες τους έχουν τη δυνατότητα να αλλάξουν τη δομή των διεθνών τιμών για ολόκληρη δεκαετία.

Γράφει ο Μιχάλης Χριστοδουλίδης

Το Ιράν διαθέτει από τα μεγαλύτερα αποθέματα φυσικού αερίου παγκοσμίως και τεράστιες ανεκμετάλλευτες δυνατότητες παραγωγής. Η πλήρης επανένταξή του στη διεθνή αγορά θα διοχετεύσει στην Ευρώπη και στην Ασία ποσότητες που μέχρι σήμερα παραμένουν «κλειδωμένες» από το καθεστώς των κυρώσεων. 

Την ίδια στιγμή, η Βενεζουέλα, κάτοχος των μεγαλύτερων αποδεδειγμένων αποθεμάτων αργού στον κόσμο, βρίσκεται μπροστά σε μια πιθανή ενεργειακή αναγέννηση. Με τη στήριξη αμερικανικών και ευρωπαϊκών κεφαλαίων μπορεί να επαναφέρει σε λειτουργία παραγωγικές μονάδες που παραμένουν επί χρόνια παροπλισμένες, οδηγώντας σε μια ιστορικών διαστάσεων αύξηση της παγκόσμιας προσφοράς.

Η συνέπεια αυτής της διπλής επανόδου είναι η μετάβαση της παγκόσμιας αγοράς από μια εποχή έλλειψης σε μια εποχή αφθονίας. Οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου θα δεχθούν συστηματική πίεση προς τα κάτω, όχι μόνο για λίγους μήνες, αλλά για μεγάλο χρονικό διάστημα. 

Το νέο περιβάλλον περιορίζει τη γεωπολιτική ισχύ των παραδοσιακών παραγωγών και μεταβάλλει την ισορροπία ανάμεσα σε χώρες που εξαρτώνται από υψηλές τιμές για τη χρηματοδότηση των οικονομιών τους και σε χώρες που χρειάζονται φθηνή ενέργεια για να αναπτυχθούν.

Για την Ελλάδα, η εξέλιξη αυτή αποτελεί διπλή πρόκληση αλλά και σημαντική ευκαιρία. Ως καθαρός εισαγωγέας ενέργειας, η χώρα ωφελείται άμεσα από χαμηλότερες διεθνείς τιμές, οι οποίες μπορούν να μειώσουν το ενεργειακό κόστος των νοικοκυριών και να ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας και της αγροτικής παραγωγής. 

Ταυτόχρονα, όμως, το περιβάλλον χαμηλών τιμών καθιστά λιγότερο ελκυστικά τα μεγάλα και ακριβά εξορυκτικά προγράμματα που έχουν σχεδιαστεί στο Ιόνιο και νότια της Κρήτης, καθώς απαιτούν υψηλές τιμές πετρελαίου για να είναι οικονομικά βιώσιμα.

Έτσι, η στρατηγική βαρύτητα της Ελλάδας θα μετατοπιστεί  σταδιακά από το υπέδαφος στις υποδομές. Η χώρα μπορεί να αναδειχθεί σε ενεργειακό κόμβο μεταφοράς και διανομής, αξιοποιώντας τους σταθμούς LNG, τους αγωγούς και τις αποθηκευτικές της δυνατότητες για να διοχετεύει φθηνή ενέργεια προς τα Βαλκάνια και την Κεντρική Ευρώπη. 

Μέσα σε ένα περιβάλλον ενεργειακής αφθονίας, η γεωπολιτική ισχύς δεν θα προκύπτει πλέον τόσο από τον έλεγχο των κοιτασμάτων όσο από τον έλεγχο των δικτύων.

Αν αυτό το σενάριο επαληθευτεί, ο βόρειος ημισφαίριος εισέρχεται σε μια νέα εποχή όπου η ενέργεια παύει να είναι εργαλείο εκβιασμού και μετατρέπεται σε μοχλό ανάπτυξης. Και σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, χώρες όπως η Ελλάδα έχουν περισσότερα να κερδίσουν από όσες επένδυσαν την ισχύ τους στη σπανιότητα.

* Ο Μιχάλης Χριστοδουλίδης είναι Διπλ. Μηχανολόγος Μηχανικός - Ενεργειακός Αναλυτής