Ο Ζαν-Λυκ Μελανσόν, 71 ετών, είναι ένας Γάλλος πολιτικός, δημαγωγός ολκής, ο οποίος ενίοτε βρίσκει και περίτεχνες διατυπώσεις, συνήθως δε αυτά που λέει είναι κενά περιεχομένου.

Όταν όμως τα όσα υπόσχεται δεν του βγαίνουν, πάντα φταίει κάποια συνωμοσία εναντίον του και η οποία εξυφάνθηκε από αόρατες δυνάμεις της διεθνούς αντίδρασης.

Μέλος της Γαλλικής Γερουσίας, αποχώρησε από το Σοσιαλιστικό Κόμμα το 2008, γιατί θεώρησε τότε «επικίνδυνη τη δεξιά του απόκλιση» και αμέσως – με τον βουλευτή Ντολέζ ίδρυσαν έναν νέο πολιτικό σχηματισμό, μέσω του οποίου έγινε ευρωβουλευτής το 2009. Από τότε ο Μελανσόν, παίζει στη Γαλλία το χαρτί της άκρας αριστεράς, η οποία μπορεί μεν να μην έχει πολιτικό βάρος μεγαλύτερο του 10%, πλην όμως χαίρει δυσανάλογης απήχησης στα μέσα μαζικής επικοινωνίας.

Τα τελευταία χρόνια έτσι μέσα από έναν πραγματικό επικοινωνιακό βομβαρδισμό, το 10% με 15% του γαλλικού λαού που ψηφίζει, πρόσκειται σε μια ισλαμογενή, αντιευρωπαϊκή, αντιδημοκρατική και δήθεν προοδευτική αριστερά, η οποία πρωτίστως απεχθάνεται το σοσιαλδημοκρατικού τύπου κράτος δικαίου.

Ένα κομμάτι αυτής της αριστεράς στηρίζει ανεπιφύλακτα τον Μελανσόν, με θέσεις ακόμα πιο ακραίες και από τις δικές του. Αυτό το κομμάτι εξάλλου έπαιξε σημαντικό ρόλο στις προεκλογικές δραστηριότητες του Γάλλου πολιτικού και ως φαίνεται, συνέβαλε στην αποτυχία του στις βουλευτικές εκλογές να «πιάσει» την πλειοψηφία που ήθελε.

Ως γνωστόν, ο Μελανσόν, μετά την τρίτη θέση στις προεδρικές εκλογές, είχε προεξοφλήσει «θρίαμβο» στις βουλευτικές και έβλεπε τον εαυτό του πρωθυπουργό, υπό συνθήκες «συγκατοίκησης» με τον πρόεδρο της δημοκρατίας Εμανουέλ Μακρόν.

Βέβαια αυτό δεν συνέβη. Υπό αυτή την έννοια, κατά την εκτίμησή μας, το πρώτο μάθημα αυτών των γαλλικών βουλευτικών εκλογών είναι η προφανής, πικρή και ηχηρή αποτυχία του Ζαν-Λυκ Μελανσόν. Η αριστερά του κέρδισε το 25% των εδρών στην Εθνοσυνέλευση, μια από τις χειρότερες επιδόσεις της. Ο αριθμός των εδρών που έχει είναι χαμηλός σε σύγκριση με αυτή την απόλυτη πλειοψηφία της οποίας τη φιλοδοξία διατυμπάνιζε.

Το δεύτερο μάθημα ήταν η αποτυχία των ΜΜΕ. Παρά την αισιοδοξία τους ότι Ακροαριστερά, Οικολόγοι και Σοσιαλκομμουνιστές θα πλειοψηφήσουν σε έδρες, η πραγματικότητα απέχει αισθητά από την παραπληροφόρηση. Ακόμα χειρότερα, σε 52 αναμετρήσεις τους με την άκρα δεξιά σε μονοεδρικές περιπτώσεις ο Συνασπισμός της Αριστεράς δεν τα κατάφερε και έτσι, η κυρία Μαρίν Λεπέν, στο σημερινό γαλλικό Κοινοβούλιο έχει 89 βουλευτές έναντι 9 στο προηγούμενο. Αν αυτό δεν είναι θρίαμβος, τότε τι είναι;

Και το ερώτημα είναι τι συμβαίνει στη σημερινή Γαλλία; Η απάντηση δεν είναι εύκολη. Αφορά όμως ολόκληρη την Ευρώπη, ιδιαίτερα δε και την Ελλάδα.

Ας μην ξεχνάμε ότι έχουμε μια αμυντική συμφωνία με τη Γαλλία. Και μολονότι το γαλλικό Σύνταγμα προσφέρει ευχέρεια κινήσεων στην διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής στον εκάστοτε πρόεδρο, το γεγονός ότι αυτός θα αντιμετωπίζει μια ρευστή και δυνητικά ασταθή εγχώρια πολιτική σκηνή, τον καθιστά πιθανό όμηρο των εκεί συσχετισμών. Γεγονός που ενδεχομένως θα βαρύνει την κρίσιμη ώρα, κατά την οποία η Ελλάδα θα χρειαστεί τον ισχυρότερο Ευρωπαίο σύμμαχό της.

Σύμμαχος εξάλλου που έπαιξε καθοριστικό ρόλο το 1979 για την ένταξή μας στην ευρωπαϊκή οικογένεια και το 2015, όταν κάποιοι μας ήθελαν εκτός αυτής.