Οι πρόσφατες προκλητικές δηλώσεις (15.09.2026, πηγή ΣΚΑΙ) του εκπροσώπου του κυβερνώντος Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) της Τουρκίας, Ομέρ Τσελίκ, επιβεβαίωσαν την πεισματική άρνηση της γειτονικής χώρας να υπαναχωρήσει στην αναθεωρητική και επιθετική, κατά της ελληνικής εθνικής κυριαρχίας, εξωτερική πολιτική, που έχει χαράξει ο Ερντογάν.
Γράφει ο Διονύσης Κ. Καραχάλιος
«Η έμφαση που δίνουμε στη διπλωματία και την επίλυση ζητημάτων στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως ένδειξη αδυναμίας. Αντιθέτως, έχοντας πλήρη επίγνωση της ισχύος μας τόσο στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων όσο και στο πεδίο, υπογραμμίζουμε αυτή τη στάση προκειμένου να διασφαλίσουμε ότι -κατά τη διάρκεια αυτής της ταραγμένης περιόδου που διανύει ο κόσμος- δεν θα προκύψουν νέες επιπλοκές στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, καθώς και για να αποτρέψουμε περιττό κόστος για οποιαδήποτε πλευρά» τόνισε ο τούρκος αξιωματούχος.
Συνεχίζοντας, προειδοποίησε ότι «δεν υπάρχει μήνυμα που να μπορεί να μεταδοθεί στην Τουρκία μέσω επιδείξεων ισχύος ή προκλητικών ενεργειών. Δηλώνουμε ξεκάθαρα ότι δεν θα αναγνωρίσουμε ούτε θα αποδεχτούμε κανένα μήνυμα που επιχειρείται να μας μεταδοθεί με τέτοιο τρόπο».
Και συμπλήρωσε: «Η διπλωματική δυνατότητα επίλυσης όλων αυτών των ζητημάτων υφίσταται για όλους. Η προσήλωση της Τουρκίας στη διπλωματία και τη διαπραγμάτευση, καθώς και η έμφαση που δίνει σε μια διεθνή τάξη και ένα σύστημα που βασίζονται σε κανόνες, αποτελούν ευκαιρία για όλους. Αυτό δεν συνιστά αδυναμία. Αντιθέτως, αναγνωρίζοντας την ισχύ μας τόσο στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων όσο και στο πεδίο, υποστηρίζουμε ότι όλα τα ζητήματα πρέπει να αντιμετωπίζονται χωρίς προκλήσεις και χωρίς τη δημιουργία νέων εντάσεων στην Ανατολική Μεσόγειο και το Αιγαίο. Κανείς δεν πρέπει να υιοθετεί στάση που μετατρέπει το Αιγαίο, την Ανατολική Μεσόγειο ή τις συγκρούσεις σε διάφορες άλλες περιοχές σε ζήτημα εσωτερικής πολιτικής. Μια τέτοια πρακτική οδηγεί μόνο σε έναν φαύλο κύκλο. Δυστυχώς, αυτός ο φαύλος κύκλος εκθέτει τη διεθνή τάξη -αυτό που αποκαλούμε τάξη βασισμένη σε κανόνες- σε ολοένα και πιο τοξικές δομές».
Τέλος, αναφερόμενος στο Κυπριακό πρόβλημα, ο Τσελίκ ήταν εξ ίσου σαφής: «η ακλόνητη στάση μας όσον αφορά την κυριαρχία της Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου και τις αρχές του τουρκοκυπριακού αγώνα θα συνεχίσει να ενισχύεται περαιτέρω στο μέλλον. Ως μητέρα-πατρίδα και εγγυήτρια δύναμη, η Τουρκία θα αγωνίζεται πάντα για την προάσπιση των νόμιμων δικαιωμάτων και συμφερόντων του τουρκοκυπριακού λαού, της Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου και του τουρκοκυπριακού αγώνα. Φυσικά, σε αυτά περιλαμβάνεται και η διασφάλιση της ασφάλειας της Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου».
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν, σε συνέντευξή του στο NTV (19.09.2026), αναφερόμενος στις ελληνικές ερευνητικές δραστηριότητες στο Αιγαίο, τόνισε τα εξής:
«Εμείς εξετάζουμε ό,τι είναι επίσημο. Σε αυτό το πλαίσιο, οι Ένοπλες Δυνάμεις μας και η Ακτοφυλακή μας βρίσκονται σε ιδιαίτερα αυξημένη ετοιμότητα. Ελπίζουμε κανείς να μην προχωρήσει σε παράτολμες ενέργειες». Πρόσθεσε επίσης ότι «εάν επιχειρήσουν να προχωρήσουν αυτές τις προκλήσεις ακόμη περισσότερο και να κάνουν τυχοδιωκτικά βήματα, η ισχύς του τουρκικού κράτους είναι γνωστή σε όλους». Και συμπλήρωσε: «Δεν αποδεχόμαστε τον εξοπλισμό νησιών που έχουν αποστρατιωτικοποιημένο καθεστώς. Συνεχίζουμε τις πολύ προσεκτικές και επίμονες προσπάθειές μας σε αυτό το ζήτημα».
Είναι προφανές ότι ο επεκτατικός αναθεωρητισμός της Τουρκίας εντείνεται στο τουρκικό επικοινωνιακό πεδίο, επιχειρώντας να αποτρέψει κινήσεις της Ελλάδας, για τις οποίες γνωρίζει μεν άριστα ότι βρίσκονται στο πλαίσιο της διεθνούς νομιμότητας, αλλά τις αρνείται διότι προσκρούουν στις τουρκικές επιδιώξεις.
Δυστυχώς, η εγκληματική δέσμευση του Σημίτη (που για πολλούς υπήρξε ο «καλύτερος πρωθυπουργός της Μεταπολίτευσης»!...), με την Συμφωνία της Μαδρίτης (1997), για την «αποφυγή μονομερών ενεργειών» και η αναγνώριση «νομίμων και ζωτικών συμφερόντων» της Τουρκίας στο Αιγαίο, απετέλεσε την βάση πάνω στην οποία θεμελιώθηκαν οι εις βάρος μας, εκτός διεθνούς δικαίου, επεκτατικές διεκδικήσεις της γειτονικής χώρας.
Όμως, το δικαίωμα επέκτασης των χωρικών υδάτων της χώρας μας έως τα 12 ν.μ., που προσφέρει το Δίκαιο της Θάλασσας, το οποίο συμφωνήθηκε στο Μοντέγκο Μπέι της Τζαμάικα (1982), χωρίς την υπογραφή της Τουρκίας, αποτελεί την πιο ισχυρή απάντηση στις τουρκικές μεγαλοϊδεατικές βλέψεις, αρκεί βέβαια η χώρα μας να αποφασίσει να κινηθεί προς την κατεύθυνση της πλήρους εφαρμογής του.
Είναι αλήθεια ότι η «σημιτική» αντίληψη για την εξάντληση του διαλόγου με την Τουρκία, με στόχο την διατήρηση της ειρήνης, μέσω των σχέσεων καλής γειτονίας, έχει επηρεάσει την εξωτερική μας πολιτική, η οποία, παρά το ψήφισμα της τουρκικής εθνοσυνέλευσης του 1995 για το casus belli, επιμένει στην «συγκαταβατική» άποψη ότι εναπόκειται στην απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης το πότε και πώς θα ασκήσει το νόμιμο δικαίωμα επέκτασης των χωρικών μας υδάτων.
Η επέκταση των χωρικών μας υδάτων στα 12 ν.μ. στο Ιόνιο ήταν ένα σημαντικό βήμα, άλλα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι σταμάτησε στο ακρωτήριο Ταίναρο, ώστε να μην καλύψει το στενό των Αντικυθήρων και, κατ’ επέκταση, το Αιγαίο.
Το υπουργείο Εξωτερικών έχει προετοιμάσει, εδώ και αρκετό καιρό, την πρότασή του για επέκταση των χωρικών μας υδάτων έως τα 12 ν.μ. νοτίως της Κρήτης, πιθανόν και δυτικά του νησιού και απομένει η πολιτική απόφαση για την άσκηση του δικαιώματος αυτού. Όμως, η συγκεκριμένη περιοχή, που σε κάθε περίπτωση προσφέρεται για την πλήρη εξάντληση του δικαιώματος επέκτασης στα 12 ν.μ., δεν αφορά στο Αιγαίο, για το οποίο η Τουρκία επισείει το casus belli.
Είναι βέβαιο πάντως ότι, όσο η Ελλάδα δεν προχωρεί στην άσκηση του νομίμου δικαιώματός της, αποφεύγοντας να το ασκήσει πλήρως στο Αιγαίο, έτσι ώστε να καλύπτονται πλήρως τα νησιά μας και η περιοχή βορείως της Κρήτης, το «μήνυμα» που στέλνουμε προς την Τουρκία είναι σαφώς αρνητικό και αυξάνει την τουρκική βουλιμία, η οποία ενισχύεται από την προσδοκία της μελλοντικής απώλειάς του δικαιώματός μας, με βάση την αποδυνάμωσή του λόγω της μη άσκησής του. Έστω και αν νομικά το δικαίωμα επί της υφαλοκρηπίδας δεν παραγράφεται, διότι υφίσταται εξ υπαρχής (ab initio) και αυτοδικαίως (ipso facto)…
Σε κάθε περίπτωση, η ερντογανική θρασύτητα έναντι της χώρας μας απαιτεί κάτι πολύ περισσότερο από την μόνιμη διάθεσή μας για την συντήρηση ενός ατέρμονος, ανούσιου και αναποτελεσματικού διαλόγου, που μόνον τους φανερούς μακροπρόθεσμους τουρκικούς σχεδιασμούς εξυπηρετεί.-
Οι προοπτικές του AfD στη Γερμανία
Στον απόηχο της ΔΕΘ 2026: Μπορεί αυτή η χώρα να μεταρρυθμισθεί;
Ακολουθήστε το Lykavitos.gr στο Google News
και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις