Με κεφαλαιοποίηση 30 τρις δολάρια, ίση με το αμερικανικό ΑΕΠ, οι κολοσσοί της Τεχνητή Νοημοσύνη έχουν επίσης απορροφήσει 3 τρις δολάρια και από την παγκόσμια αγορά κεφαλαίων.
Για μια ακόμη φορά τα 35 τελευταία χρόνια η παγκόσμια οικονομία αλλάζει και το γεγονός αυτό δημιουργεί νέες συνθήκες ύπαρξης χρηματιστηριακών φουσκών. Και όπως πολύ σωστά επισημαίνουν οικονομολόγοι, όπως ο Γ. Κανελλόπουλος, η κεφαλαιοποίηση των μεγαλύτερων εισηγμένων εταιριών υψηλής τεχνολογίας, με πολύ σημαντικές δραστηριότητες και στην Τεχνητή Νοημοσύνη (ΤΝ) τείνει να ξεπεράσει το ΑΕΠ ολόκληρων των ΗΠΑ.
Του Αθανάσιου Χ. Παπανδρόπουλου
Με τις συζητήσεις για κίνδυνο φούσκας στην ΤΝ λόγω της μεγάλης αύξησης των αποτιμήσεων να εντείνονται συνεχώς, πλέον η τεχνητή νοημοσύνη αναδεικνύεται – λογιστικά – στη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου.
Η χρηματιστηριακή αξία ατων15 κολοσσών Nvidia, Apple, Microsoft, Alphabet (Google), Amazon, Meta (Facebook), Broadcom, TSMC, Tesla, Oracle, Tencent, Samsung, ASML, Alibaba και AMD, καθώς και της μη εισηγμένης ακόμη Open AI (σ.σ. η οποία έχει αποτιμηθεί για την άντληση κεφαλαίων) έχει φτάσει τα 28,1 τρισεκατομμύρια δολάρια.
Σε αυτό το ποσό η Trading Economics υπολογίζει ότι κυμαίνεται σε αξία, από την αρχή του 2026 το ΑΕΠ των ΗΠΑ, με την Κίνα να ακολουθεί με 20 τρις δολλάρια.
Υπό αυτές τις χρηματιστηριακές συνθήκες οι περισσότεροι παρατηρητές που διατηρούν διαυγή σκέψη, παρακολουθούν, παρά κάποια πολεμικά γεγονότα, υψηλές κερδοφορίες των επενδυτών, οι οποίες θυμίζουν την φούσκα που είχε σκάσει το 2000, με το πλήγμα που είχαν δεχτεί τότε οι αποτιμήσεις των εταιρειών του Διαδικτύου (φούσκα dot-com).
Τότε όλοι προεξοφλούσαν συνεχή αύξηση της επισκεψιμότητας στο Διαδίκτυο, με τις εταιρείες να επενδύουν μαζικά σε υποδομές για οπτικές ίνες. Σήμερα όλοι προεξοφλούν επέκταση της τεχνητής νοημοσύνης με τις εταιρίες να επενδύουν σε κέντρα δεδομένων και σε ισχυρούς επεξεργαστές ως «μυαλό» των μηχανημάτων που θα κάνουν τους υπολογισμούς.
Σημειώνεται όμως ότι οι επενδύσεις αυτές είναι πανάκριβες, απαιτούν υψηλό δανεισμό, με αποτέλεσμα οι προαναφερόμενες εταιρίες να έχουν απορροφήσει από την παγκόσμια αγορά κεφαλαίων περί τα 3 τρις. Δολάρια. Δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τί θα συνέβαινε στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα, αν η φούσκα της Τεχνητή Νοημοσύνη δεν άντεχε την σημερινή φρενίτιδα.
Όπως πολύ σωστά επισημαίνει η οικονομολόγος Νταμπίσα Μόγιο, συγγραφέας επίσης του βιβλίου «Στην κόψη του χάους», οι χρηματοοικονομικές φούσκες είναι πολύ δύσκολο να οριστούν σε πραγματικό χρόνο μέχρι τη στιγμή που σκάνε.
Επισημαίνει επίσης, λόγω κεκτημένης εμπειρίας, ότι σε φάσεις όπως αυτές που περιγράφουμε, μπορεί να υπάρξει αυξανόμενη συσσώρευση υπερτιμημένων μετοχών που αγοράζονται με δανεικό χρήμα. Αλλά η μεγαλύτερη ανησυχία, ίσως, είναι ο κίνδυνος που ενυπάρχει στα χρηματοοικονομικά προϊόντα, όπως τα μοχλευμένα χρηματιστηριακά διαπραγματεύσιμα αμοιβαία κεφάλαια. Ακόμα πιο δυσοίωνα είναι τα στοιχεία για μεγάλη αύξηση στα στοιχήματα μιας ημέρας στην κίνηση της τιμής μιας μετοχής. Αυτό υποδηλώνει ότι περισσότεροι ιδιώτες επενδυτές συμμετέχουν σε μοχλευμένες συναλλαγές των οποίων τους κινδύνους μπορεί να μην γνωρίζουν πώς να διαχειριστούν.
Αυτή η αυξανόμενη μόχλευση – κοινό χαρακτηριστικό των φουσκών – υποδηλώνει ότι οι κερδοσκόποι και η συνολική οικονομία, είναι εγγενώς εκτεθειμένοι σε μεγαλύτερο κίνδυνο από ό,τι γνωρίζουν.
Υποθέτοντας ότι βρισκόμαστε πράγματι σε μια φούσκα, το επόμενο ερώτημα αφορά το πού θα ξεφουσκώσει ή θα σκάσει. Υπάρχουν ορισμένοι σημαντικοί δείκτες που πρέπει να παρακολουθήσουμε.
Ένας είναι το κλίμα της αγοράς. Επί του παρόντος, οι ιδιώτες επενδυτές καθοδηγούν μεγάλο μέρος της δυναμικής των τιμών των μετοχών, ενώ το θεσμικό κλίμα είναι ουδέτερο, που σημαίνει ότι κατέχουν μετοχές των μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών, αλλά δεν αυξάνουν στις θέσεις τους.
Ένας άλλος δείκτης είναι η λήψη θέσεων. Με απλά λόγια, θα γνωρίζουμε ότι η φούσκα φουσκώνει περαιτέρω εάν η θεσμική προσφορά ενισχυθεί και γίνει long θέση, επειδή αυτό σηματοδοτεί ότι οι θεσμικοί επενδυτές εγκαταλείπουν άλλα περιουσιακά στοιχεία όπως ομόλογα, χρυσό ή τομείς με χαμηλές επιδόσεις και διαθέτουν περισσότερο κεφάλαιο σε περιουσιακά στοιχεία τεχνητής νοημοσύνης με ρίσκο.
Με πιο απλά λόγια, πέρα από τα γεωστρατηγικά φαινόμενα, η χρηματοοικονομία κάθε άλλο παρά βεβαιότητα προκαλεί.