Σε μία κινηματογραφική αίθουσα δύο φίλοι αφελείς (όπως δείχνει η συνέχεια της ιστορίας) παρακολουθούν μαζί μία ταινία ‘’γουέστερν’’. Στην εξέλιξη της ταινίας εμφανίζεται ένας καβαλάρης που κατευθύνεται με ταχύτητα προς έναν μεγάλο κρημνό. ‘’Θα τον περάσει’’, λέει ο ένας φίλος στον άλλο. 

‘’Δεν θα τον περάσει’’, απαντά ο δεύτερος, Ακολουθεί ο εξής διάλογος : ‘’Θα τον περάσει’’, ‘’ Όχι, δεν θα τον περάσει’’. ‘’Πάμε στοίχημα ; ‘’ Πάμε , εκατό ευρώ’’. Λίγο αργότερα ο καβαλάρης πέφτει μέσα στον κρημνό και τσακίζεται. Μετά το τέλος της ταινίας ο ηττημένος του στοιχήματος προσφέρεται να δώσει το συμφωνημένο κατοστάρικο στον νικητή. ‘’Άστο, φίλε’’, του λέγει αυτός . 

Του Κώστα Χριστίδη*

‘’Μα, αφού έχασα, να στο δώσω’’, επιμένει ο πρώτος. ‘’Κοίταξε να δεις, εγώ το έργο το έχω ξαναδεί’’, λέγει ο δεύτερος. ‘’Και εγώ το έχω ξαναδεί’’, ανταπαντά ο πρώτος, ‘’και μάλιστα δύο φορές ! Είπα, όμως : μία φορά έπεσε, δεύτερη φορά έπεσε, δεν γίνεται, την τρίτη ο ανόητος θα το περάσει’’ !

Τί δηλοί ο μύθος ; Υπάρχει ένας βαθύς κρημνός μπροστά μας, του οποίου τον πυθμένα αδυνατούμε να διακρίνουμε. Πριν από 15 χρόνια περίπου πέσαμε μέσα και έκτοτε καταβάλλουμε έντονες - αν και όχι πάντοτε επιτυχείς - προσπάθειες να εξέλθουμε. Η αντιστροφή της πορείας είναι ιδιαίτερα δύσκολη γιατί η βαρύτητα μας ωθεί προς τα κάτω. Στο σημείο αυτό μας οδήγησαν, μετά από μακρά πορεία δεκαετιών, λαϊκιστές πολιτικοί (όλων των παρατάξεων, αν και με διαφορετικό ποσοστό ευθύνης) αλλά και ασύδοτοι συνδικαλιστές, κρατικοδίαιτοι επιχειρηματίες, θολοί διανοούμενοι και… απερίσκεπτοι ψηφοφόροι.

Η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης, σε αντίθεση με το όνομά της, έχει ατυχώς καθιερωθεί από ετών ως ένα βήμα πρόσφορο για ανακοινώσεις εξαγγελτικού, κυρίως, χαρακτήρα από τον εκάστοτε πρωθυπουργό, τον αρχηγό της αξιωματικής και τους αρχηγούς των άλλων κομμάτων. Παρέχει ταυτόχρονα τη δυνατότητα σύγκρισης των εξαγγελιών, του προγραμματικού λόγου των κομμάτων, της προσωπικότητας και της αξιοπιστίας των ηγετών τους.

Όπως συμβαίνει παραδοσιακά πλέον, έτσι και φέτος, οι ομιλίες και οι συνεντεύξεις των πολιτικών ταγών μας περιείχαν παροχές και ‘’ταξίματα’’, στα οποία πολλές επαγγελματικές τάξεις και κοινωνικές ομάδες μπορούν να αναγνωρίσουν κάποιο όφελος γι’ αυτές : από επιδόματα για δημοσίους υπαλλήλους και συνταξιούχους, φορολογικές απαλλαγές για αγρότες, ρυθμίσεις χρεών, 13ο μισθό για δημοσίους υπαλλήλους και 13η σύνταξη, επαναφορά του ΕΚΑΣ, μείωση ΦΠΑ σε τρόφιμα και καύσιμα, νέες ‘’πατριωτικές’’ φορολογίες του μεγάλου πλούτου (βάσει ‘’παγκόσμιας βάσης δεδομένων’’ ; ), των υπερκερδών των καρτέλ και των τραπεζών, και πολλά άλλα, ρεαλιστικά ή ευφάνταστα.

Δεν ακούσαμε όμως εξαγγελίες για την παραγωγή πλούτου, (με εξαίρεση τις εξαγγελίες του πρωθυπουργού για επιτάχυνση των αποσβέσεων και κάποιες μειώσεις φόρων), για την ανάπτυξη, την αύξηση του ΑΕΠ - της πίτας που τρέφει όλους μας – παρά μόνο για την αναδιανομή του και την διαιώνιση στα μάτια των πολιτών της εικόνας του κράτους ως μίας τροφού ή γκουβερνάντας, υπεύθυνης κατά πάντα και διά πάντα από του λίκνου μέχρι του τάφου.

Κατά τη γνώμη μου, ακόμη και οι μειώσεις των φόρων - απόλυτα αναγκαίες και επιθυμητές - δεν πρέπει να αποφασίζονται αν δεν προηγείται ένας αυστηρός εξορθολογισμός των δημοσίων δαπανών, πράγμα που, μεταξύ άλλων, σημαίνει : κατάργηση όλων των μη εντελώς απαραίτητων φορέων, υπηρεσιών, οργανισμών, συμβουλίων κ.λπ., βελτίωση του τρόπου λειτουργίας όσων πρέπει να διατηρηθούν με εφαρμογή αρχών του σύγχρονου μάνατζμεντ, αντικατάσταση των περισσότερων προνοιακών επιδομάτων από ένα διευρυνόμενο ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, στροφή του σημερινού συνταξιοδοτικού συστήματος προς την κατεύθυνση ενός πολύ πιο έντονα κεφαλαιοποιητικού συστήματος κ.α.

Και επειδή βαθιές μεταρρυθμιστικές τομές όπως οι προτεινόμενες ενέχουν βραχυπρόθεσμο πολιτικό κόστος, είναι απαραίτητες θεσμικές μεταβολές για την μείωση του κόστους αυτού, είτε μέσω συνταγματικής αναθεώρησης (πράγμα απίθανο έως ανέφικτο), είτε με αλλαγή του εκλογικού νόμου (με - μεταξύ άλλων - καθιέρωση μονοεδρικών περιφερειών και κατάργηση του σταυρού προτίμησης). Αν δεν υλοποιηθούν τέτοιες εμβληματικές μεταρρυθμίσεις, ο κίνδυνος να πέσουμε ξανά στον κρημνό που αναφέρουμε στην αρχή του άρθρου θα παραμένει υψηλός. Είναι, άλλωστε, χαρακτηριστικό ότι οι πολιτικοί αρχηγοί εκτοξεύουν σφοδρές κατηγορίες κατά των αντιπάλων κομμάτων διότι οδήγησαν την χώρα στην χρεωκοπία και στα μνημόνια κατά την δεκαετία του 2010, χωρίς ωστόσο να αναφέρουν ποιες συγκεκριμένα ήταν οι πολιτικές που οδήγησαν στις οδυνηρές αυτές εξελίξεις και τις οποίες πρέπει πάση θυσία να αποφύγουμε στο μέλλον.

Κανονικά, η μακρά και επώδυνη οικονομική κρίση θα έπρεπε να είχε οδηγήσει το πολιτικό σύστημα σε έμπρακτη μετάνοια. Κάποιοι θα έπρεπε όχι απλώς να … παραμερίσουν πρόσκαιρα αλλά να εξαφανισθούν πλήρως από το προσκήνιο, κάποιοι άλλοι να εκφράζονται με λιγότερη έπαρση και περισσότερη μετριοπάθεια και άλλοι, οι αξιολογότεροι, να προχωρήσουν στις αναγκαίες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Κυρίως, όμως, η κρίση θα έπρεπε να οδηγήσει σε ριζική αλλαγή αξιών, αντιλήψεων και συμπεριφορών την πλειοψηφία των Ελλήνων. Να παύσουμε επιτέλους να συμπεριφερόμαστε ως ανεύθυνα νήπια σε αναζήτηση προστασίας. Να αντιληφθούμε ότι η ακεραιότητα είναι κάτι που δεν πρέπει να αναζητούμε μόνο από τους άλλους, αλλά πρωτίστως από τον εαυτό μας. Να συνειδητοποιήσουμε ότι η καταβολή συστηματικής προσπάθειας, η επιχειρηματικότητα και η καινοτομία αποτελούν τους κύριους παράγοντες δημιουργίας πλούτου, παραγωγικών θέσεων εργασίας και ικανοποιητικών μισθών.

Δεν πρέπει, ασφαλώς, να ισοπεδώνουμε τα πάντα. Δεν πρέπει να παραγνωρισθεί το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια έχει επιτευχθεί δημοσιονομική ισορροπία και έχει αναβαθμισθεί η διεθνής εικόνα της χώρας και η αμυντική ικανότητά της. Πρόοδος έχει επίσης υπάρξει στον ψηφιακό μετασχηματισμό, στις υποδομές, σε θέματα υγείας και παιδείας. Όσο, όμως, μεγάλο μέρος των πολιτών και των πολιτικών εκπροσώπων τους παραμένει δέσμιο των παραπάνω στερεοτύπων, εμβληματικές μεταρρυθμίσεις δεν θα υλοποιούνται και η όποια πρόοδος θα είναι εύθραυστη και ανεπαρκής. Η βραδύτητα στην αναγκαία μεταρρυθμιστική πορεία βαρύνει άπαντες, κυβερνώντες και κυβερνώμενους, στο μέτρο που τους αναλογεί.

* Ο Κώστας Χριστίδης είναι νομικός και οικονομολόγος