Η πρόσφατη παρέμβαση του Αλέξη Τσίπρα με το δίλημμα "ή εμείς ή κανείς", τάραξε τα... λιμνάζοντα πολιτικά "ύδατα", προκαλώντας αλυσιδωτές αντιδράσεις τόσο στο εσωτερικό της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης όσο και στους πολιτικούς αντιπάλους.
Την ίδια ώρα, το ΠΑΣΟΚ αναζητά τον δικό του ζωτικό χώρο επιβίωσης, ενώ η Νέα Δημοκρατία παρακολουθεί στενά τις μετατοπίσεις, έτοιμη να αξιοποιήσει τις γεωμετρικές ισορροπίες της κάλπης.
Γράφει ο Λουκάς Γεωργιάδης
Η επιλογή του Αλέξη Τσίπρα να χρησιμοποιήσει αυτή τη... σκληρή φράση δεν ήταν μια τυχαία αποστροφή του λόγου, αλλά μια απόλυτα συνειδητή στρατηγική κίνηση με συγκεκριμένους αποδέκτες.
Τι είπε ο "άχαστος" και πού απευθυνόταν
Τα διλήμματα που είχε θέσει στο παρελθόν ο Τσίπρας, τον οδήγησαν στον... κουβά, οπότε και το "εμείς ή κανείς" ανεβάζει πλέον πολύ ψηλά τον πήχυ με κίνδυνο να περάσει από... κάτω για ακόμη μία φορά!
Ωστόσο, η ατάκα αυτή δεν φαίνεται να ήταν... τυχαία, αλλά ούτε αποτελεί μια... παρόρμηση της στιγμής. Ο Τσίπρας ήθελε να στείλει μηνύματα, τα οποία όμως κινούνται στη λογική της προσωπικής στρατηγικής του που... υπαγορεύεται από το σύνθημα "ή όλα ή τίποτα"! Πρωτίστως, το μήνυμα αυτό λειτούργησε ως εσωτερική γραμμή συσπείρωσης για την Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη. Μετά από μια μακρά περίοδο εσωστρέφειας, αμφισβητήσεων και οργανωτικών ανακατατάξεων, ο πρώην πρωθυπουργός επιχείρησε να κόψει τις γέφυρες της ηττοπάθειας. Απευθυνόμενος στο παραδοσιακό αριστερό ακροατήριο, θέλησε να καταστήσει σαφές ότι η παράταξη δεν αποτελεί μια συμπληρωματική δύναμη στο πολιτικό σύστημα, αλλά τον μοναδικό αυθεντικό αντίπαλο του κυβερνώντος συντηρητικού πόλου.
Δευτερευόντως, το δίλημμα αυτό είχε ως στόχο τους αναποφάσιστους ψηφοφόρους του προοδευτικού χώρου. Σε μια εποχή πολιτικής ρευστότητας, ο κ. Τσίπρας επενδύει στον πολιτικό ρεαλισμό της "χαμένης ψήφου". Η ατάκα "ή εμείς ή κανείς" αποτελεί μια έμμεση πίεση προς τους πολίτες που φλερτάρουν με μικρότερα κόμματα της αριστεράς ή της σοσιαλδημοκρατίας, καλώντας τους να συσπειρωθούν γύρω από το δικό του σχήμα, αν επιθυμούν πραγματικά την κυβερνητική αλλαγή. Είναι μια προσπάθεια να εξαφανιστεί η γκρίζα ζώνη και να επιβληθεί ένας νέος, άκαμπτος διπολισμός.
Το σημείο εγκλωβισμού και το ρίσκο Τσίπρα
Η στρατηγική του Αλέξη Τσίπρα εμπεριέχει ένα τεράστιο, σχεδόν υπαρξιακό ρίσκο για τον ίδιο.
Το πολυσυζητημένο rebranding του πρώην πρωθυπουργού, δηλαδή η προσπάθεια του να εμφανιστεί ως ένας πιο ώριμος, θεσμικός και μετριοπαθής ηγέτης ευρωπαϊκού προφίλ, κινδυνεύει να "καεί" οριστικά στην επερχόμενη κάλπη. Το σημείο εγκλωβισμού του κ. Τσίπρα εντοπίζεται στην απόσταση ανάμεσα στις προσδοκίες που καλλιεργεί και στο πραγματικό εκλογικό αποτέλεσμα.
Αναμφίβολα, όταν επιλέγεις το σύνθημα "ή εμείς ή κανείς", αυτομάτως μετατρέπεις τις εκλογές σε μια μάχη "όλα ή τίποτα". Αν η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη καταγράψει χαμηλά ποσοστά ή αν η διαφορά της από το ΠΑΣΟΚ είναι αμελητέα, τότε το αφήγημα της «μεγάλης επιστροφής» καταρρέει.
Η διπλή παγίδα που μπορεί να στείλει τον Τσίπρα και πάλι στον... κουβά!
Το rebranding Τσίπρα μπορεί να είναι ένα γράμμα κενό περιεχομένου στις προσεχείς εκλογές, καθώς η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη μπορεί να υποστεί διπλή ή και... πολλαπλή ήττα.
Από τη μία, ο Μητσοτάκης μπορεί να κερδίσει άνετα δύο ή τρεις φορές τον Τσίπρα και από την άλλη, η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη θα βρεθεί να δίνει "μάχη" για να αποδείξει ότι αποτελεί τον μοναδικό αριστερό πόλο, κάτι που προϋποθέτει την επικράτηση έναντι του ΠΑΣΟΚ με σοβαρή διαφορά. Αν η κάλπη δείξει ότι το rebranding δεν κατάφερε να προσελκύσει τις μάζες του κέντρου και των μετριοπαθών ψηφοφόρων, τότε ο Τσίπρας κινδυνεύει να "καεί", ακόμη και αν δεν υπάρχει πρόβλημα εσωκομματικής αμφισβήτησης στο "μαγαζί" του.
Ουσιαστικά, το νέο προφίλ που λανσάρει ο Τσίπρας θα θεωρηθεί ως ένα ακόμη αποτυχημένο πείραμα. Με το να υψώνει τείχη με τη φράση "ή εμείς ή κανείς", αποκλείει εκ των προτέρων τις μετεκλογικές συνεργασίες με όρους αμοιβαίων υποχωρήσεων. Αν το ΠΑΣΟΚ επιλέξει τελικά τη συνεργασία με τη Νέα Δημοκρατία, ο κ. Τσίπρας θα βρεθεί εγκλωβισμένος στα έδρανα της αντιπολίτευσης, στερούμενος συμμάχων και έχοντας εξαντλήσει τα επικοινωνιακά του "όπλα".
Οι επόμενες εκλογές δεν θα κρίνουν απλώς τον νικητή της διακυβέρνησης, αλλά θα επανακαθορίσουν τη μοίρα των προσώπων που πρωταγωνίστησαν την τελευταία δεκαετία. Για το ΠΑΣΟΚ, η τρίτη θέση μπορεί να μην είναι το τέλος, αλλά η αρχή μιας νέας κυβερνητικής προοπτικής. Για τον Αλέξη Τσίπρα, όμως, η ίδια κάλπη μπορεί να αποτελέσει το απόλυτο σημείο εγκλωβισμού, όπου η θεωρία του rebranding θα δοκιμαστεί στην πιο σκληρή πολιτική πραγματικότητα, επιφυλάσσοντας νέες ήττες, χωρίς την προοπτική της νίκης κάποια στιγμή μετά από μερικά χρόνια...
Οι προϋποθέσεις... επιβίωσης του ΠΑΣΟΚ ακόμη και αν είναι στην τρίτη θέση
Μέσα σε αυτό το πολωμένο περιβάλλον, το ΠΑΣΟΚ αντιμετωπίζει τη δική του υπαρξιακή πρόκληση.
Πολλοί αναλυτές σπεύδουν να προεξοφλήσουν ότι αν το Κίνημα περιοριστεί στην τρίτη θέση, θα υποστεί στρατηγική ήττα. Ωστόσο, η πραγματικότητα των αριθμών και των συμμαχιών δείχνει ότι το ΠΑΣΟΚ δεν χάνεται ακόμη και ως τρίτο κόμμα, υπό πολύ συγκεκριμένες και απόλυτα ρεαλιστικές προϋποθέσεις.
Η πρώτη κρίσιμη παράμετρος είναι το εύρος της διαφοράς από την Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη. Αν το ΠΑΣΟΚ καταφέρει να κρατήσει τη διαφορά του από το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα σε ένα εξαιρετικά μικρό, μονοψήφιο ποσοστό (π.χ. της τάξης του 1% έως 2%), τότε η τρίτη θέση χάνει την αποδομητική της ισχύ. Μια οριακή διαφορά θα επιτρέψει στη Χαριλάου Τρικούπη να ισχυριστεί ότι αποτελεί ισότιμο παίκτη στον προοδευτικό χάρτη και ότι η ηγεμονία της αριστεράς δεν είναι πλέον δεδομένη ούτε απόλυτη.
Η δεύτερη και πιο καθοριστική παράμετρος είναι η μεγάλη ευκαιρία της συγκυβέρνησης. Εάν από τις κάλπες δεν προκύψει αυτοδυναμία, το ΠΑΣΟΚ θα κρατά στα χέρια του τα κλειδιά των πολιτικών εξελίξεων. Η συμμετοχή σε μια κυβέρνηση συνεργασίας με τη Νέα Δημοκρατία αποτελεί το μεγάλο χαρτί του Κινήματος. Μέσα από ένα τέτοιο σχήμα, το ΠΑΣΟΚ μπορεί να προβληθεί ως ο υπεύθυνος εγγυητής της πολιτικής σταθερότητας της χώρας, να υπαγορεύσει προγραμματικούς όρους και σοσιαλδημοκρατικές πινελιές στην κυβερνητική ατζέντα και να αποκτήσει ισχυρή θεσμική οντότητα μέσω της διαχείρισης κρίσιμων υπουργείων. Συνεπώς, η τρίτη θέση δεν οδηγεί κατ' ανάγκη στην περιθωριοποίηση. Αντιθέτως, μπορεί να μετατραπεί σε εφαλτήριο για την ανάληψη ρυθμιστικού ρόλου, αρκεί οι συσχετισμοί να μην επιτρέψουν τη δημιουργία ενός απροσπέλαστου χάσματος με τη δεύτερη θέση.