Η επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο στη χώρα μας και οι αντιδράσεις των κομμάτων της αντιπολίτευσης, επανέφερε στο προσκήνιο τη συζήτηση για την κατεύθυνση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, υπό το πρίσμα των μεγάλων γεωπολιτικών κρίσεων στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή.

Γράφει ο Λουκάς Γεωργιάδης

Στο πλαίσιο αυτό, πολιτικοί αναλυτές και σχολιαστές επισημαίνουν μια σειρά από ρητορικές και προγραμματικές συγκλίσεις ανάμεσα σε τμήματα της ελληνικής αντιπολίτευσης και σε θέσεις που εκφράζονται από διεθνείς δυνάμεις, όπως η Ρωσία και η Τουρκία, αναφορικά με τη θέση της Ευρώπης, την ενέργεια και τις σχέσεις με τις ΗΠΑ. Οι θέσεις αυτές συνιστούν... παραφωνία και σε καμία περίπτωση δεν είναι προς το συμφέρον της χώρας

Το γεωπολιτικό περιβάλλον και οι διεθνείς ισορροπίες

Η επίσημη στάση της Ελλάδας είναι διαχρονικά συνδεδεμένη με το ευρωατλαντικό πλαίσιο, στηρίζοντας τη διατήρηση των διεθνών συνθηκών, την εδαφική ακεραιότητα των κρατών και την ενίσχυση των περιφερειακών συμμαχιών, όπως αυτή με το Ισραήλ.

Από την άλλη πλευρά, η Ρωσία, μετά την εισβολή στην Ουκρανία, και η Τουρκία, υπό την ηγεσία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, προωθούν ένα πολυπολικό μοντέλο, αμφισβητώντας συχνά την κυριαρχία των δυτικών θεσμών και τις υφιστάμενες αρχιτεκτονικές ασφαλείας στην Ανατολική Μεσόγειο και την Ευρώπη. Ένα από τα κεντρικά σημεία κριτικής εστιάζει στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζονται τα ζητήματα της ευρωπαϊκής ενέργειας και των κυρώσεων.

Για παράδειγμα, η Ρωσία έχει επανειλημμένα χαρακτηρίσει τις ευρωπαϊκές κυρώσεις ως αυτοκαταστροφικές για την ευρωπαϊκή οικονομία, ενώ η Τουρκία έχει επιλέξει να μην ευθυγραμμιστεί με αυτές, επιδιώκοντας να λειτουργήσει ως ενεργειακός κόμβος. Στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό, κόμματα της αριστερής και της δεξιάς αντιπολίτευσης έχουν ασκήσει έντονη κριτική στην πλήρη ευθυγράμμιση της Αθήνας με τις ευρωπαϊκές αποφάσεις για την ενέργεια. Ενώ η κριτική αυτή συχνά εστιάζει στην προστασία των Ελλήνων καταναλωτών από την ακρίβεια, επικριτές επισημαίνουν ότι η επιχειρηματολογία περί αποτυχίας των κυρώσεων ή εξάρτησης από τις ΗΠΑ ταυτίζεται εν μέρει με τη ρητορική της Μόσχας.

Οι σχέσεις με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ

Η αμυντική συνεργασία της Ελλάδας με τις ΗΠΑ, μέσω της επικαιροποιημένης συμφωνίας MDCA και της χρήσης υποδομών όπως αυτή της Αλεξανδρούπολης, αποτελεί βασικό πυλώνα της κυβερνητικής στρατηγικής.

Για παράδειγμα, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η αντίδραση της Τουρκίας και της Ρωσίας, καθώς η Άγκυρα έχει εκφράσει επανειλημμένα τη δυσαρέσκεια της για τη στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στην Ελλάδα, υποστηρίζοντας ότι ανατρέπει τις ισορροπίες στο Αιγαίο. Παρομοίως, η Μόσχα βλέπει την Αλεξανδρούπολη ως πύλη εισόδου νατοϊκών δυνάμεων προς την Ανατολική Ευρώπη. Όλως... τυχαίως, κόμματα της αντιπολίτευσης, κυρίως από τον χώρο της Αριστεράς, αλλά και της εθνικιστικής Δεξιάς, αντιτίθενται σθεναρά σε αυτές τις διευκολύνσεις. Η επιχειρηματολογία τους βασίζεται στον παραδοσιακό αντιαμερικανισμό και στην ιδέα ότι η χώρα μετατρέπεται σε «ορμητήριο πολέμου», μια θέση που, παρά τα διαφορετικά της κίνητρα, συναντά τις ανησυχίες της Άγκυρας και της Μόσχας.

Το ζήτημα της Ουκρανίας και η στρατιωτική βοήθεια

Η απόφαση της Ελλάδας να αποστείλει αμυντικό υλικό στην Ουκρανία είναι ένα ακόμη σημείο έντονης εσωτερικής αντιπαράθεσης.

Σχεδόν σύσσωμη η αντιπολίτευση έχει υποστηρίξει ότι η αποστολή όπλων αποδυναμώνει την άμυνα της χώρας στα νησιά του Αιγαίου και εμπλέκει την Ελλάδα σε έναν "ξένο πόλεμο". Οι επικριτές αυτής της στάσης υπογραμμίζουν ότι η αποφυγή καταδίκης της ρωσικής επιθετικότητας με πρακτικό τρόπο αποδυναμώνει τη θέση της Ελλάδας, η οποία βασίζει την ασφάλεια της στην τήρηση του Διεθνούς Δικαίου έναντι του αναθεωρητισμού.

Η στάση απέναντι στο Ισραήλ και τη Μέση Ανατολή και η κάλυψη της Χαμάς

Η στρατηγική σχέση Ελλάδας-Ισραήλ έχει αναβαθμιστεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, καλύπτοντας τομείς από την ενέργεια έως την άμυνα, κάτι που όμως δεν... αρέσει ούτε στην Άγκυρα, αλλά ούτε και στα κόμματα της αντιπολίτευσης.

Ο Ερντογάν έχει υιοθετήσει μια εξαιρετικά σκληρή στάση κατά του Ισραήλ, επιχειρώντας να εμφανιστεί ως προστάτης των μουσουλμανικών πληθυσμών. Στην Ελλάδα, η κριτική των κομμάτων της αντιπολίτευσης προς το Ισραήλ εστιάζει κυρίως στις ανθρωπιστικές συνέπειες των στρατιωτικών επιχειρήσεων στη Γάζα και τον Λίβανο, αλλά το τελικό αποτέλεσμα είναι το ίδιο: ταύτιση θέσεων με την Άγκυρα και αποστάσεις από την επίσημη κυβερνητική γραμμή.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, η ρητορική αυτή ξεφεύγει από την πολιτική κριτική και αγγίζει παραδοσιακά αντισημιτικά στερεότυπα ή ταυτίζεται με την προσπάθεια της Άγκυρας να απομονώσει διπλωματικά το Ισραήλ στην περιοχή. Σε αυτήν την "παγίδα", δυστυχώς, έχουν πέσει όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης, αγνοώντας μερικές βασικές και εξαιρετικά κρίσιμες παραμέτρους. Η Ελλάδα έχει συνάψει στρατηγική συμφωνία με το Ισραήλ, αλλά τάσσεται υπέρ της δημιουργίας παλαιστινιακού κράτους, αναγνωρίζοντας την επίσημη Παλαιστινιακή Αρχή με την οποία συνομιλεί και όχι φυσικά τους τρομοκράτες της Χαμάς. Τους τελευταίους υπερασπίζονται εμμέσως τα εγχώρια κόμματα της αντιπολίτευσης, προβάλλοντας μόνο το ανθρωπιστικό σκέλος, μιας ομολογουμένως πολυεπίπεδης τραγωδίας στη Μέση Ανατολή.

Η εθνική γραμμή που ωφελεί τα εθνικά συμφέροντα μας

Οι ιδεολογικές αφετηρίες των ελληνικών κομμάτων της αντιπολίτευσης, είτε πρόκειται για τον παραδοσιακό αντιιμπεριαλισμό της Αριστεράς είτε για τον φιλορωσικό συντηρητισμό τμημάτων της Δεξιάς, διαφέρουν ριζικά από τις γεωπολιτικές επιδιώξεις του Ερντογάν ή του Πούτιν.

Παρά ταύτα, οι ρητορικές τους συμπτώσεις σε κρίσιμα μέτωπα, όπως η κριτική στο ΝΑΤΟ, η επιφύλαξη για την υποστήριξη της Ουκρανίας και η αμφισβήτηση των περιφερειακών συμμαχιών, δημιουργούν ένα πεδίο ανησυχίας σχετικά με τη διατήρηση μιας ενιαίας εθνικής στρατηγικής σε μια ιδιαίτερα εύθραυστη εποχή. Οι καθαρές θέσεις που έχει εκφράσει η κυβέρνηση Μητσοτάκη σε όλα τα διεθνή φόρα (Ευρωπαϊκή Ένωση, ΝΑΤΟ, ΟΗΕ κλπ.) είναι η εθνική γραμμή και όποιος νομίζει ότι μας ταιριάζει ο ρόλος του "επιτήδειου ουδέτερου", μάλλον είναι επικίνδυνος για τα εθνικά συμφέροντα.

Σε κάθε περίπτωση, η πλήρης εναρμόνιση των κομμάτων της αντιπολίτευσης (τουλάχιστον όσων έχουν ασκήσει εξουσία) είναι προφανέστατο ότι θα μπορούσε να ωθήσει ψηλότερα τη χώρα μας. Η εθνική γραμμή που ακολουθεί η σημερινή κυβέρνηση πρέπει να αποτελέσει κομβικό σημείο συσπείρωσης για όλους μας. Όσο δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, τότε μπορούμε να μιλάμε για σκοπιμότητες εις βάρος της χώρας ή ακόμη και για εθνική μειοδοσία, που εγείρει και ερωτήματα σχετικά με το αν γίνεται με το... αζημίωτο! Τα κόμματα της κυβέρνησης πρέπει να πάψουν να παίζουν άμεσα, έμμεσα, συγκεκαλυμμένα ή απροκάλυπτα τα "παιχνιδάκια" της Ρωσίας και της Τουρκίας...