Ένα δραματικό παρασκήνιο, άγνωστο στο ευρύ κοινό, που εστρέφετο απ’ ευθείας κατά του Ελευθερίου Βενιζέλου κι είχε ως πρωταγωνιστές τους δύο υπαρχηγούς του στο κόμμα, ήταν ικανό να αλλάξει το ρου της ελληνικής ιστορίας στα τελευταία χρόνια του μεσοπολέμου.

Αθήνα, φθινόπωρο 1934: Επί ενάμιση χρόνο την εξουσία ασκούσε το δεξιό Λαϊκό Κόμμα, με πρωθυπουργό τον μετριοπαθή για τα όρια της εποχής Παναγή Τσαλδάρη, από κοινού με τον προερχόμενο από το δημοκρατικό στρατόπεδο, αρχηγό του μικρού Εθνικού Ριζοσπαστικού Κόμματος Γεώργιο Κονδύλη ο οποίος εμφανιζόταν πλέον ως «βασιλικότερος του βασιλέως»!

Το πολιτικό κλίμα ήταν τεταμένο αφού είχε προηγηθεί δολοφονική απόπειρα κατά του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης Ελευθερίου Βενιζέλου , με –αποδεδειγμένα- ενορχηστρωτές επικεφαλής των Σωμάτων Ασφαλείας, ενώ μερίδα του συμπολιτευόμενου Τύπου το τροφοδοτούσε ζητώντας την «κεφαλή επί πίνακι» εκείνου που είχε δημιουργήσει την «Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών»…

Από τις 25 Μαρτίου 1924 είχε εγκαθιδρυθεί η Προεδρευομένη Δημοκρατία και ο βασιλιάς Γεώργιος Β’ με τα μέλη της οικογένειας του βρίσκονταν στην αλλοδαπή. Η ήττα του Βενιζέλου και των άλλων δημοκρατικών κομμάτων που συνέπραξαν μαζί του στις εκλογές του 1933, είχε ανοίξει την όρεξη στους κόλπους των νικητών (κυρίως στον Κονδύλη αλλά και στον αρχηγό του επίσης μικρού Κόμματος Ελευθεροφρόνων Ιωάννη Μεταξά) για την επαναφορά του άνακτος.

Το ίδιο διάστημα κι αφού ο πρωθυπουργός Τσαλδάρης δεν άνοιγε το «πολιτειακό» εξέπνεαν οι συνταγματικές προθεσμίες για την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας. Το αξίωμα κατείχε ο μάλλον συντηρητικός πολιτικός Αλέξανδρος Ζαΐμης, ο οποίος είχε εκλεγεί μια πενταετία νωρίτερα, με πρόταση του (τότε πρωθυπουργού) Βενιζέλου.

Όμως οι συνθήκες είχαν αλλάξει πλέον και ο ηγέτης των Φιλελευθέρων, τη στιγμή που η κυβέρνηση είχε ανακοινώσει ότι θα προκρίνει την επανεκλογή Ζαΐμη, συνεκάλεσε, στις 13 Σεπτεμβρίου 1934, στην οικία του (Βασιλίσσης Σοφίας και Λουκιανού, εκεί που βρίσκεται σήμερα η κατοικία του Βρετανού πρέσβη) σύσκεψη των βουλευτών του κόμματος του. Εκεί, κατήγγειλε τον Ζαΐμη ως υποχείριο της κυβέρνησης, αφού, όπως είπε «κατέστησε την Προεδρία κενήν παντός περιεχομένου».

Με δεδομένο ότι ο Πρόεδρος θα εκλεγόταν από μικτό Σώμα (τη Βουλή, που την ήλεγχε η κυβέρνηση και τη Γερουσία, στην οποία οι δυνάμεις της αντιπολίτευσης είχαν τη συντριπτική πλειοψηφία), ο Βενιζέλος είχε αποφασίσει να διεκδικήσει ο ίδιος το αξίωμα, αποτρέποντας έτσι και τη, μεθοδευόμενη από τους σκληροπυρηνικούς της Δεξιάς, βασιλική παλιννόστηση.

Ανδρέας Μιχαλακόπουλος

 

Είχε κάνει τους υπολογισμούς του για βέβαιη εκλογή του, παρά το γεγονός ότι όπως έγραφε -9 ημέρες αργότερα, από τα Χανιά-σε επιστολή του (στην ευρισκόμενη στο Παρίσι) σύζυγο του Έλενα «η κυβέρνησις, η οποία διαθέτει άφθονα μέσα διαφθοράς, κατόρθωσε να εξαγοράσει τρεις αντιπολιτευομένους βουλευτάς» και παρότι «ο Μιχαλακόπουλος (σ.σ. επί σειρά ετών στενός του συνεργάτης) με τους 5 φίλους του θα ψηφίσει τον κυβερνητικόν υποψήφιον Ζαΐμη». Υπολόγιζε ότι ελέγχει 183 εκλέκτορες έναντι 167 των κυβερνητικών και των συνεργαζόμενων με εκείνους. Μια μετατόπιση των 5 του Μιχαλακόπουλου θα έδιδε αναλογία 178-172 κι απέμειναν και 17 ακόμα εκλέκτορες, οι οποίοι ήταν γερουσιαστές, όχι όμως εκλεγόμενοι με κομματική σημαία αλλά από τις επαγγελματικές οργανώσεις. Από αυτούς οι 10 ήταν της αντιπολίτευσης (μεταξύ αυτών γνωστά δημοκρατικά ονόματα, όπως οι Ζάννας, Κιτσίκης, Σίδερης, Στρίγκος, Τερζάκης) και οι 7 της κυβέρνησης, οπότε και στο δεύτερο σενάριο, οι αντικυβερνητικοί πλειοψηφούσαν με 188 έναντι 179 εκλεκτόρων.

ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ

Όμως δεν ήταν μόνο ο Ανδρέας Μιχαλακόπουλος (αντιπρόεδρος και υπουργός σε κυβερνήσεις Βενιζέλου αλλά και διατελέσας πρωθυπουργός) που τον πρόδωσε. Πίσω από την πλάτη του εξυφαίνετο συνωμοσία, η οποία εκδηλώθηκε στις 12 Οκτωβρίου, όταν συγκεντρώθηκαν οι 17 γερουσιαστές των οργανώσεων και σύσσωμοι αποφάσισαν να ψηφίσουν.. Ζαΐμη!

Θεμιστοκλής Σοφούλης

 

Είχαν μεριμνήσει γι’ αυτή την εξέλιξη οι δύο «υπαρχηγοί» του Βενιζέλου (διατελέσαντες και πρωθυπουργοί) Θεμιστοκλής Σοφούλης και Στυλιανός Γονατάς. Επιστρέφοντας από τα Χανιά ο Σοφούλης, όπου είχε συναντήσει τον αρχηγό, πήγε στον πρόεδρο της Γερουσίας Γονατά, φοβούμενος ότι η κυβέρνηση μπορεί να πάει σε πρόωρες εκλογές, τις οποίες θα κέρδιζε μ’ ένα περίεργο εκλογικό νόμο που είχε ψηφίσει, ο οποίος ευνοούσε.

Τότε ο Γονατάς σε συνεννόηση με τον Σοφούλη, όπως έγραψε πολλά χρόνια αργότερα στα απομνημονεύματα του, του είπε ότι «δυνάμεθα να χρησιμοποιήσουμε τους 17 γερουσιαστάς των επαγγελματικών οργανώσεων, προς διεξαγωγήν των συνεννοήσεων με την κυβέρνησιν, χωρίς να φανεί αναμιγνυόμενον το κόμμα των Φιλελευθέρων, δια των οποίων διαπραγματεύσεων, εξασφαλίζεται η επανεκλογή Ζαΐμη», με αντάλλαγμα την επαναφορά του προηγούμενου εκλογικού συστήματος. Οι 10 βενιζελογενείς γερουσιαστές των οργανώσεων, εκ των οποίων η πλειοψηφία πίστευε ότι αυτή η παρότρυνση έφτανε από τα Χανιά, συμπαρέσυρε και τους 7 και ο Ζαΐμης επανεκλέχτηκε!

Στυλιανός Γονατάς

 

Ο Βενιζέλος, παρότι αντιλήφθηκε τη συνωμοσία, δεν άδειασε τους πρωταγωνιστές της για να μη φανεί ότι δεν ήλεγχε το κόμμα του αλλά η μη εκλογή του στην Προεδρία επέφερε δεινά για τον τόπο: Το αποτυχημένο κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935 (που ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν θα το είχε κάνει και θα ήλεγχε με άλλο τρόπο την εξουσία, άλλωστε προετοιμαζόταν προς αυτή την κατεύθυνση), την επαναφορά της βασιλείας και κατ’ επέκταση τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου…

Δημοσιεύτηκε στο «Καρφί του Σαββατοκύριακου»