Η Νέα Δημοκρατία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια από τις μεγαλύτερες στρατηγικές προκλήσεις ενόψει των εκλογών του 2027, οι οποίες έχουν άμεση και ευθεία αντιστοίχιση με την πορεία της χώρας και τη διατήρηση του βασικού ζητούμενου, που δεν είναι άλλο από την πολιτική σταθερότητα.
Γράφει ο Λουκάς Γεωργιάδης
Το μεγάλο πρόβλημα για τον Μητσοτάκη είναι η συνεχής και δυνητικά διευρυνόμενη διαρροή ψηφοφόρων προς τα δεξιά της. Η κυρίαρχη θέση που κατέκτησε το κυβερνών κόμμα με την επέκταση του στο Κέντρο, φαίνεται πως άφησε ακάλυπτα τα παραδοσιακά συντηρητικά νώτα της. Σήμερα, μια σειρά από μικρότερα κόμματα της δεξιάς και της ακροδεξιάς πολυδιάσπασης καρπώνονται τη δυσαρέσκεια των πολιτών, δημιουργώντας ένα μόνιμο πονοκέφαλο στο Μέγαρο Μαξίμου.
Η αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης απαιτεί τη βαθύτερη κατανόηση και ανάλυση των παραμέτρων που συνθέτουν το πρόβλημα στα δεξιά της Νέας Δημοκρατίας. Πού εντοπίζεται η ρίζα του προβλήματος, πώς μπορεί να αναστραφεί το κλίμα και σε ποιες συγκεκριμένες κινήσεις πρέπει να προβεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης για να κλείσει τον δρόμο στους δεξιούς ανταγωνιστές του, είναι τα τρία δομικά ερωτήματα, που ζητούν πειστικές απαντήσεις με συγκεκριμένες κινήσεις και χειροπιαστές αποδείξεις. Φανταζόμαστε ότι στο κυβερνών κόμμα γνωρίζουν και θα πράξουν αναλόγως...
Ιδεολογική αποξένωση της βάσης
Το βασικότερο πρόβλημα της Νέας Δημοκρατίας εντοπίζεται στην αίσθηση ιδεολογικής αποξένωσης που νιώθει ένα σημαντικό κομμάτι της "παραδοσιακής δεξιάς" βάσης του κόμματος.
Η στρατηγική επιλογή της ηγεσίας για στροφή προς το προοδευτικό Κέντρο και η αξιοποίηση στελεχών που προέρχονται από το εκσυγχρονιστικό ΠΑΣΟΚ δημιούργησαν την εντύπωση ότι το κόμμα απώλεσε τις παραδοσιακές του αξίες. Η ψήφιση νομοθετημάτων με έντονο κοινωνικό και φιλελεύθερο πρόσημο (όπως ο νόμος για τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών) λειτούργησε ως καταλύτης και το αποτέλεσμα καταγράφηκε στις Ευρωεκλογές του 2024. Για τους πιο συντηρητικούς ψηφοφόρους, η κίνηση αυτή θεωρήθηκε ως πλήγμα στις αξίες της οικογένειας και της παράδοσης, σπρώχνοντας τους στην αναζήτηση πολιτικής στέγης σε κόμματα που δηλώνουν προστάτες αυτών των θεσμών.
Ωστόσο, την ίδια ώρα, η Ελλάδα ήταν η μοναδική χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που δεν είχε προχωρήσει στην αναγνώριση αυτού του δικαιώματος. Γιατί στην Ευρώπη, κάθε χώρα, εκτός από δικαιώματα έχει και υποχρεώσεις. Παράλληλα, η διαχείριση της καθημερινότητας, με κυρίαρχα προβλήματα την ακρίβεια, την εγκληματικότητα και το αίσθημα ανασφάλειας στην επαρχία και στις λαϊκές γειτονιές, αποδυνάμωσε το επιχείρημα της "δεξιάς αποτελεσματικότητας", ενισχύοντας τα αντισυστημικά αντανακλαστικά των ψηφοφόρων. Για τον λόγο αυτό, βλέπουμε πιο δεξιά της Νέας Δημοκρατίας "πατριώτες" και "παλικαράδες", με βασικό σημείο αναφοράς τη λαθρομετανάστευση.
Πώς μπορεί να μαζευτεί η κατάσταση
Η αντιμετώπιση της "αιμορραγίας" δεν μπορεί να γίνει αποκλειστικά με ιδεολογικές κορώνες, αλλά απαιτεί απτά αποτελέσματα στα πεδία που "πονούν" τη συντηρητική βάση.
Το "μάζεμα" της κατάστασης περνά μέσα από την επαναφορά της ατζέντας του νόμου, της τάξης και της οικονομικής ανακούφισης.
Ειδικότερα:
1. Η κυβέρνηση οφείλει να δείξει μηδενική ανοχή στα ζητήματα της μικροεγκληματικότητας και της παραβατικότητας, τα οποία πλήττουν δυσανάλογα τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα που παραδοσιακά στρέφονται προς τη δεξιά διαμαρτυρία.
2. Η οικονομική πολιτική πρέπει να εστιάσει στη στήριξη της μεσαίας τάξης και των συνταξιούχων, οι οποίοι βλέπουν τα εισοδήματα τους να εξανεμίζονται από τον πληθωρισμό. Όταν ο πολίτης νιώθει οικονομικά ασφαλής και βλέπει το κράτος να λειτουργεί αποτελεσματικά, η τάση του να ψηφίσει... τιμωρητικά ή να καταφύγει σε κομματίδια της δεξιάς διαμαρτυρίας μειώνεται δραστικά. Βέβαια, τα λεφτά δεν είναι απεριόριστα και πρέπει όλοι οι πολίτες να αντιληφθούν ότι αν ικανοποιηθούν όλα τα αιτήματα την... Κυριακή, τότε από τη... Δευτέρα θα αρχίσει το κλάμα!
Αν ο Μητσοτάκης θέλει πραγματικά τρίτη θητεία, τότε...
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης καλείται να κλείσει αποτελεσματικά τον δρόμο στα μικρότερα δεξιά κόμματα, αν θέλει να πλησιάσει την αυτοδυναμία και να περιορίσει σημαντικά τις πιθανότητες να μπει η χώρα σε μια σοβαρή περιδίνηση, που θα οδηγήσει σε πολιτική αστάθεια.
Ο Πρωθυπουργός καλείται να εφαρμόσει μια πολυεπίπεδη στρατηγική, η οποία θα συνδυάζει τον κοινό ιδεολογικό βηματισμό, τη θεσμική πίεση και την αλλαγή του πολιτικού αφηγήματος. Η στρατηγική αυτή πρέπει να έχει τους εξής άξονες:
1. Δεξιά στροφή με στρατηγικές κινήσεις στο κυβερνητικό σχήμα. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης πρέπει να αποκαταστήσει την ισορροπία στο εσωτερικό του κόμματος του. Αυτό σημαίνει ότι μάλλον είναι απαραίτητος ένας ανασχηματισμός ουσίας και τακτικής για να "φρεσκάρει" την ομάδα. Επιπλέον, πρέπει να υπάρξουν νέες επιλογές προσώπων για κρίσιμες θέσεις και να αξιοποιηθούν στελέχη που διαθέτουν ισχυρό έρεισμα στην παραδοσιακή δεξιά βάση και χαίρουν εκτίμησης από το συντηρητικό ακροατήριο. Η παρουσία "καραμανλικών" ή "σαμαρικών" στελεχών στην πρώτη γραμμή στέλνει ένα μήνυμα ότι η ΝΔ παραμένει ένα ευρύ, συμπεριληπτικό δεξιό κόμμα και δεν έχει μετατραπεί σε ένα καθαρά κεντρώο τεχνοκρατικό σχήμα. Αυτό άλλωστε επιβάλλεται από την ίδια την πραγματικότητα, από τη στιγμή που ο Αντώνης Σαμαράς έχει προαναγγείλει τη δημιουργία κόμματος.
2. Ανάδειξη της "χαμένης ψήφου" και του κινδύνου ακυβερνησίας. Ο Πρωθυπουργός πρέπει να χρησιμοποιήσει με ένταση το δίλημμα της σταθερότητας. Στις δημόσιες παρεμβάσεις του, οφείλει να αναδεικνύει ότι η ψήφος σε μικρά, προσωποπαγή κομματίδια της δεξιάς δεν παράγει πολιτικό αποτέλεσμα, αλλά αντίθετα ναρκοθετεί τη σταθερότητα της χώρας και διευκολύνει την άνοδο της Αριστεράς. Η ρητορική πρέπει να εστιάσει στο ότι η ΝΔ είναι η μόνη σοβαρή, πατριωτική και κυβερνητική δύναμη που μπορεί να εγγυηθεί τα εθνικά συμφέροντα και την οικονομική ανάπτυξη, σε αντίθεση με τα κόμματα της δεξιάς πολυδιάσπασης που στερούνται κυβερνητικού προγράμματος και αποτελούν "κινούμενη βόμβα" για τα εθνικά συμφέροντα.
3. Σκληρή ατζέντα στο Μεταναστευτικό και τα εθνικά θέματα. Το Μεταναστευτικό και οι σχέσεις με την Τουρκία αποτελούν τα προνομιακά πεδία όπου τα δεξιά κομματίδια αλιεύουν ψηφοφόρους, κατηγορώντας την κυβέρνηση για υποχωρητικότητα. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης πρέπει να διατηρήσει μια αυστηρή και ξεκάθαρη στάση. Η συνέχιση της θωράκισης των συνόρων στον Έβρο, η επιτάχυνση των επιστροφών παράνομων μεταναστών και η ξεκάθαρη, χωρίς αστερίσκους, απάντηση στις τουρκικές προκλήσεις είναι απαραίτητα στοιχεία για να αφαιρεθούν τα επιχειρήματα από την ακροδεξιά αντιπολίτευση. Ο πατριωτικός λόγος πρέπει να εκφέρεται με υπευθυνότητα αλλά και με την απαραίτητη αποφασιστικότητα που ζητά ο δεξιός ψηφοφόρος.
Το ρίσκο του διμέτωπου αγώνα
Η εφαρμογή αυτής της στρατηγικής εμπεριέχει το πολύ σοβαρό πολιτικό ρίσκο της απώλειας κεντρώων ψηφοφόρων.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχτισε την πολιτική του κυριαρχία μετατρέποντας τη ΝΔ σε ένα κόμμα που μπορεί να απευθύνεται ταυτόχρονα στη δεξιά και στο κέντρο. Αν η στροφή προς τα δεξιά γίνει με τρόπο άκομψο ή υπερβολικό, υπάρχει ο κίνδυνος να αποξενωθούν οι μετριοπαθείς πολίτες, οι οποίοι θα αναζητήσουν άλλες επιλογές. Επομένως, το στοίχημα για τον Πρωθυπουργό είναι να πετύχει μια "δημιουργική ασάφεια" (όχι αυτή του... Βαρουφάκη) ή, ορθότερα, μια πολιτική σύνθεση. Πρέπει να αποδείξει ότι η υπεράσπιση των συνόρων, η πάταξη της εγκληματικότητας και ο σεβασμός στις παραδόσεις δεν έρχονται σε σύγκρουση με τον εκσυγχρονισμό του κράτους, την ψηφιοποίηση και την οικονομική ανάπτυξη.
Το πρόβλημα της Νέας Δημοκρατίας στα δεξιά της δεν είναι προσωρινό, αλλά δομικό. Τα μικρότερα κόμματα θα συνεχίσουν να πιέζουν όσο αισθάνονται ότι υπάρχει πολιτικός χώρος. Για να κλείσει αυτός ο δρόμος, ο Κυριάκος Μητσοτάκης οφείλει να θυμηθεί ότι η ΝΔ είναι, στον πυρήνα της, η μεγάλη κεντροδεξιά παράταξη της χώρας. Η επιστροφή στις ρίζες, η ενίσχυση του πατριωτικού και κοινωνικού προφίλ της κυβέρνησης και η αποτελεσματική αντιμετώπιση των προβλημάτων της καθημερινότητας είναι τα μόνα όπλα που μπορούν να αφοπλίσουν την κριτική των δεξιών "κομματιδίων". Αν το Μέγαρο Μαξίμου καταφέρει να πείσει τους συντηρητικούς πολίτες ότι τα αιτήματα τους ακούγονται και γίνονται πράξη σε σημαντικό βαθμό, τότε η "αιμορραγία" προς τα δεξιά θα σταματήσει και η Νέα Δημοκρατία θα διατηρήσει την πολιτική της πρωτοκαθεδρία χωρίς να απειλείται η συνοχή της.