Ο χρόνος πιέζει για τις εκλογές, ενώ οι νέοι σχηματισμοί πρέπει να αποδείξουν ότι διαθέτουν κάτι... άλλο, πέραν του... θυμού και της αντι-Μητσοτακικής ρητορικής!
Τα κόμματα της αντιπολίτευσης και κυρίως οι νέοι σχηματισμοί πρέπει να παρουσιάσουν πρόγραμμα, στελέχη και δομή. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η "αγανάκτηση" και η "οργή" μπορούν να μετατραπούν σε "κυβερνησιμότητα". Αν αυτά τα κόμματα δεν καταφέρουν να δημιουργήσουν μέτωπα συνεργασίας μέχρι τις κάλπες, το πιθανότερο είναι να λειτουργήσουν ως "συμπληρώματα" που απλώς θα ανεβάσουν τον πήχυ της αυτοδυναμίας.
Γράφει ο Λουκάς Γεωργιάδης
Η πρώτη εκλογική αναμέτρηση την άνοιξη του 2027 θα είναι αναγνωριστική, αλλά θα μας προϊδεάσει και για τη δεύτερη αναμέτρηση που πιθανότατα θα ακολουθήσει. Στις πρώτες εκλογές θα υπάρξει εκτόνωση του εκλογικού σώματος και στη δεύτερη θα πρυτανεύσει περισσότερο η λογική σε αυτό το τμήμα του εκλογικού σώματος, που την τελευταία στιγμή ξέρει να... αποφεύγει το λάθος!
Τα κόμματα της αντιπολίτευσης εξακολουθούν να πιστεύουν ότι η κοινωνία είναι απέναντι στην κυβέρνηση, η οποία “πρέπει να φύγει”. Δεν έχουν θέσεις που να θυμίζουν κυβερνητικό μοτίβο, δεν εμπνέουν καμία σιγουριά και περιμένουν να “ψωνίσουν”... πελατεία, μόνο και μόνο μέσα από τη δυσαρέσκεια κατά του Μητσοτάκη. Όπως και να θέλει να ερμηνεύσει ο καθένας τα πράγματα, έχουμε μπροστά μας την Ελλάδα του “Ναι” και του “Όχι” του δημοψηφίσματος του 2015. Ξέρουμε ότι οι 6 στους 10 ψηφοφόρους είναι απέναντι στη Νέα Δημοκρατία και τον Μητσοτάκη και οι υπόλοιποι 4 αποτελούν το target group, στο οποίο στοχεύει. Δεν τον ενδιαφέρει τι θα πει το 60%, αλλά τον απασχολεί να πάρει όσο γίνεται μεγαλύτερο ποσοστό από το υπόλοιπο 40%. Εκεί παίζεται το... έργο στις εκλογές του 2027. Όλα τα υπόλοιπα, είναι ιστορίες για... αγρίους!
Η πολυδιάσπαση των αντιπολιτευόμενων κομμάτων και το... χαλί στον Μητσοτάκη!
Η πολυδιάσπαση του πολιτικού σκηνικού λειτουργεί ως “δώρο” για τον Μητσοτάκη, ο οποίος δεν χρειάζεται να πείσει ότι είναι ο... τέλειος πρωθυπουργός, αλλά να επιβεβαιώσει στο εκλογικό σώμα ότι είναι ο ένας και μοναδικός χωρίς να υπάρχει μέχρι σήμερα κάποιος σοβαρός αντικαταστάτης του!
Όσο η αντιπολίτευση σπαράσσεται και αναλώνεται σε αντι-Μητσοτακικές κορώνες, η ΝΔ μπορεί να χρησιμοποιεί το επιχείρημα: "Αν δεν είμαστε εμείς, τότε ποιος; Το αδύναμο ΠΑΣΟΚ ή ο καταστροφικός Τσίπρας;”. Ή, “μήπως, ένα συνονθύλευμα μικρών κομμάτων που θα ήθελαν να συγκροτήσουν μια κυβέρνηση ηττημένων οδηγώντας τη χώρα σε πολιτική και οικονομική ανασφάλεια;”.
Ο Μητσοτάκης θα... υπενθυμίσει τα πεπραγμένα και τις επιτυχίες από το 2019 έως τη στιγμή που θα ζητήσει εκ νέου την ψήφο από τους πολίτες. Θα αναδείξει τις μεταρρυθμίσεις και τα πλεονάσματα, τα προγράμματα στήριξης, τις παγκόσμιες κρίσεις, το ιστορικό υψηλό των τιμών των ακινήτων, το χαμηλό 18 ετών για τον δείκτη της ανεργίας κλπ. Βέβαια, δεν γνωρίζουμε τι θα γίνει μέχρι του χρόνου, καθώς οι συνέπειες από τον πόλεμο στον Περσικό Κόλπο, θα αρχίσουν να ξετυλίγονται σε όλη τους την έκταση τους επόμενους μήνες, αλλά και χρόνια.
Οι επιτυχίες της κυβέρνησης που συνοψίζονται στην έννοια του success story, μπορεί να μη συγκινούν τους περισσότερους ψηφοφόρους, ωστόσο, έχει σημασία να συγκινήσουν όσο γίνεται περισσότερους αναποφάσιστους. Προφανώς, το δια ταύτα θα συνίσταται στο δίλημμα “Σιγουριά για την επόμενη μέρα ή πείραμα πολιτικής αλλαγής που θα μας οδηγήσει σε περιπέτειες;”.
Το μόνο σίγουρο είναι ότι όταν η δυσαρέσκεια μοιράζεται ανάμεσα σε Ανδρουλάκη, Τσίπρα, Κωνσταντοπούλου, Βελόπουλο, Κουτσούμπα, Καρυστιανού, Βαρουφάκη, Κασσελάκη, Λατινοπούλου και Νατσιό, καμιά από αυτές τις δυνάμεις δεν μπορεί να αποκτήσει το μέγεθος που απαιτείται για να θεωρηθεί ως κυβέρνηση ή συγκυβέρνηση εν αναμονή. Την ώρα που η Αριστερά θα αναζητεί την ταυτότητα της και τα δεξιά κόμματα θα αναλώνονται σε άναρθρες κραυγές, ο Μητσοτάκης θα είναι ο μοναδικός παίκτης με ικανότητα διείσδυσης στο "μεσαίο χώρο", ο οποίος κρίνει και τις εκλογές.
Το τελικό συμπέρασμα είναι σκληρό και μάλλον δυσάρεστο για την αντιπολίτευση. Όσο ο χώρος μεταξύ του Κέντρου και της Ριζοσπαστικής Αριστεράς παραμένει κατακερματισμένος σε προσωπικές στρατηγικές και μικρά "μαγαζιά", ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα απολαμβάνει την πολυτέλεια να είναι ο διαχειριστής-κουμανταδόρος της “πολιτικής πολυκατοικίας”. Το όφελος για τον Πρωθυπουργό δεν προκύπτει από τη δική του παντοδυναμία, αλλά από την αδυναμία των αντιπάλων του να συμφωνήσουν ακόμα και στα βασικά. Και ως γνωστόν, στην πολιτική, το κενό πάντα γεμίζει...
Από την άλλη πλευρά, όσο η αντιπολίτευση αρνείται να σοβαρευτεί, ο Μητσοτάκης θα συνεχίζει να γεμίζει αυτό το κενό, εμφανιζόμενος ως η μοναδική ορθολογική επιλογή σε ένα σκηνικό που μοιάζει περισσότερο με "reality show" παρά με πολιτική διεργασία. Το μεγάλο μειονέκτημα του Ανδρουλάκη ή του Τσίπρα, δεν είναι ότι βρίσκονται πολύ πίσω και σε μεγάλη απόσταση από τον Μητσοτάκη. Το πρόβλημα τους είναι ότι το εκλογικό σώμα, φοβάται το άθροισμα δυνάμεων που εκείνοι ονομάζουν “προοδευτική διακυβέρνηση”.
Πώς η μεγάλη ρευστότητα στην Αριστερά γίνεται ισχυρό «χαρτί» για την κυβέρνηση
Η πολιτική σκηνή θυμίζει πλέον κινούμενη άμμο.
Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας διανύει το τελευταίο στάδιο της δεύτερης θητείας της, αντιμετωπίζοντας τη φυσιολογική φθορά της εξουσίας και την κοινωνική πίεση, ενώ την ίδια στιγμή, το βλέμμα στρέφεται αναπόφευκτα στο "στρατόπεδο" της αντιπολίτευσης. Η εικόνα της δεν εκπέμπει ετοιμότητα διακυβέρνησης, αλλά μια πρωτοφανή πολυδιάσπαση. Από την εσωστρέφεια του ΠΑΣΟΚ, το κόμμα Τσίπρα και τον ΣΥΡΙΖΑ, μέχρι την ανάδυση νέων σχηματισμών από πρόσωπα με συμβολισμούς, το ερώτημα παραμένει ένα: Μπορεί κάποιος από τους αντιπάλους του Μητσοτάκη να απειλήσει την κυριαρχία του; Η απάντηση είναι όχι. Ωστόσο, έχει σημασία να δούμε σε ποια ρεαλιστική βάση τίθενται οι πολιτικές παραδοχές και ποιοι πρέπει να είναι οι ρεαλιστικοί στόχοι των πρωταγωνιστών.
Ο Μητσοτάκης θα ήθελε την αυτοδυναμία, η οποία αποτελεί δύσκολη υπόθεση. Ο Ανδρουλάκης θέλει να είναι δεύτερος και να κερδίσει με μία ψήφο διαφορά τον Τσίπρα. Ο Τσίπρας θέλει να επιστρέψει, κερδίζοντας τη δεύτερη θέση για να αποδείξει ότι αυτός και μόνο αυτός μπορεί να αποτελέσει το αντίπαλο δέος του Μητσοτάκη. Κανείς εκ των δύο δεν έχει τα... προσόντα για να γίνει... Χαλίφης στη θέση του Χαλίφη! Το χειρότερο γι αυτούς είναι ότι αν αποφασίσουν να ενώσουν τις δυνάμεις τους, τότε αυτό, θα είναι κάτι που μπορεί να φοβίσει το κεντρώο κοινό. Ο Ανδρουλάκης θα είναι δύσκολο να αποδεχθεί τον Τσίπρα και το αντίστροφο. Η μάχη θα γίνει μεταξύ τους, με θεατές τον ΣΥΡΙΖΑ (αν υπάρχει...), την Κωνσταντοπούλου, τον Βαρουφάκη και την Καρυστιανού. Εδώ ταιριάζει η γνωστή ατάκα “δεν περιγράφω άλλο”...