Η πολιτική σκηνή της χώρας εισέρχεται σταδιακά σε τροχιά μιας από τις πιο κρίσιμες και στρατηγικά σχεδιασμένες αναμετρήσεις της τρέχουσας κυβερνητικής θητείας, που είναι η Συνταγματική Αναθεώρηση. 

Για το Μέγαρο Μαξίμου και προσωπικά για τον Κυριάκο Μητσοτάκη, η διαδικασία αυτή δεν αποτελεί απλώς μια θεσμική υποχρέωση ή μια άσκηση συνταγματικού δικαίου. Αντίθετα, αντιμετωπίζεται ως μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για την άσκηση απόλυτης πολιτικής κυριαρχίας, κάτι που φάνηκε και στη συζήτηση στη Βουλή επί της πρότασης αναθεώρησης. 

Γράφει ο Λουκάς Γεωργιάδης 

Με μια προσεκτικά ζυγισμένη ατζέντα, ο πρωθυπουργός επιδιώκει να πετύχει έναν διπλό στόχο. Από τη μία, θέλει να εγκλωβίσει τα κόμματα της αντιπολίτευσης σε ιδεολογικές αντιφάσεις, αναδεικνύοντας τα ως δυνάμεις της άρνησης και του αναχρονισμού. Από την άλλη, θέλει να εκπέμψει ένα ισχυρό σήμα εκσυγχρονισμού προς το εκλογικό σώμα, προσελκύοντας εκ νέου τους ψηφοφόρους του μεσαίου χώρου, οι οποίοι αποτελούν το «κλειδί» για κάθε κυβερνητική πλειοψηφία.

Ο σχεδιασμός του Μητσοτάκη 

Η Συνταγματική Αναθεώρηση χρησιμοποιείται από τον Κυριάκο Μητσοτάκη ως ένα ισχυρό επικοινωνιακό όχημα για την επανασύνδεση με δυναμικά ακροατήρια, τα οποία μπορεί να ένιωσαν αποστασιοποιημένα από τη φθορά της καθημερινής διακυβέρνησης.     

Η στρατηγική προσέλκυσης βασίζεται στους εξής τρεις πυλώνες:

1. Κέντρο και Εκσυγχρονισμός. Ο μεσαίος χώρος στην Ελλάδα δεν κινείται πλέον με βάση τις παλιές ιδεολογικές ταμπέλες (Δεξιά - Αριστερά), αλλά με βάση την επιθυμία για αποτελεσματικότητα και δυτικό εκσυγχρονισμό. Παρουσιάζοντας μια ατζέντα εκσυγχρονισμού του κράτους μέσω του Συντάγματος, ο Πρωθυπουργός εμφανίζεται ως ο μοναδικός αυθεντικός εκφραστής αυτής της ανάγκης. Οι ψηφοφόροι του Κέντρου βλέπουν στην κυβερνητική πρόταση ως μια σοβαρή προσπάθεια ευρωπαϊκής κανονικότητας, γεγονός που αποδυναμώνει τις προσπάθειες του ΠΑΣΟΚ να εμφανιστεί ως η εναλλακτική λύση διακυβέρνησης.

2. Η στόχευση στη νέα γενιά και την παραγωγική Ελλάδα. Οι αλλαγές στην τριτοβάθμια εκπαίδευση (Άρθρο 16) και η ψηφιοποίηση των θεσμών δεν αφορούν μόνο την πολιτική ελίτ, αλλά αγγίζουν άμεσα τους νέους και την παραγωγική βάση της χώρας. Η κυβέρνηση θέλει να στείλει το μήνυμα προς τους νέους ότι τους δίνει τη δυνατότητα να σπουδάσουν σε κορυφαία πανεπιστήμια στην πατρίδα μας, χωρίς να αναγκάζονται να μεταναστεύσουν. Επιπλέον, θέλει να στείλει το μήνυμα προς την παγκόσμια επενδυτική κοινότητα, ότι η Ελλάδα δημιουργεί ένα σταθερό και σύγχρονο συνταγματικό περιβάλλον, απαλλαγμένο από τις αγκυλώσεις του παρελθόντος.

3. Θεσμική θωράκιση έναντι της αστάθειας. Σε ένα διεθνές περιβάλλον γεμάτο κρίσεις, η έννοια της σταθερότητας παραμένει κυρίαρχη. Ο Μητσοτάκης θα χρησιμοποιήσει τη συζήτηση για το Σύνταγμα για να προτείνει ρυθμίσεις που διασφαλίζουν την κυβερνητική σταθερότητα και αποτρέπουν την πολιτική παραλυσία. Αυτό λειτουργεί ως μαγνήτης για τους συντηρητικούς και μετριοπαθείς ψηφοφόρους, οι οποίοι μπροστά στον κίνδυνο ενός κατακερματισμένου πολιτικού σκηνικού θα προτιμήσουν την καθαρή πρόταση εξουσίας της Νέας Δημοκρατίας, κατά το μεγαλύτερο ποσοστό. 

Το χρονοδιάγραμμα της Αναθεώρησης, οι αριθμοί και οι συσχετισμοί 

Η διαδικασία της αναθεώρησης είναι μακρά, καθώς απαιτεί δύο διαδοχικές Βουλές, την Προτείνουσα και την Αναθεωρητική. Εδώ, βρισκόμαστε μπροστά σε μια μεγάλη πολιτική "μάχη". Για να αντιληφθούμε πλήρως το βάθος της, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να εξετάσουμε τόσο την αριθμητική της Βουλής όσο και τις κινήσεις της αντιπολίτευσης για να αποφύγει την παγίδα του Μαξίμου. Το συνταγματικό «μπρα ντε φερ» με τις 151 εναντίον των 180 ψήφων που απαιτούνται, είναι μια κοινοβουλευτική παρτίδα σκάκι που εξελίσσεται σε δύο φάσεις από δύο διαδοχικές Βουλές. Το Σύνταγμα προβλέπει έναν έξυπνο μηχανισμό που καθορίζει τη δύναμη της πλειοψηφίας. Το σενάριο της αυξημένης πλειοψηφίας (180+) από την την παρούσα (Προτείνουσα) Βουλή, σημαίνει ότι η επόμενη (Αναθεωρητική) Βουλή μπορεί να το εγκρίνει οριστικά με την απόλυτη πλειοψηφία των 151 βουλευτών.

Από την άλλη πλευρά, υπάρχει το σενάριο της απλής πλειοψηφίας, δηλαδή μεταξύ 151 και 179 ψήφους. Αν ένα άρθρο λάβει στην παρούσα Βουλή μεταξύ 151 και 179 ψήφων, τότε η επόμενη Βουλή θα χρειαστεί οπωσδήποτε 180 ψήφους για να το αναθεωρήσει. Προφανώς, η Νέα Δημοκρατία δεν διαθέτει 180 βουλευτές και συνεπώς, ο Κυριάκος Μητσοτάκης χρειάζεται τη συναίνεση τουλάχιστον ενός μεγάλου κόμματος (κυρίως του ΠΑΣΟΚ) στην παρούσα φάση, ώστε να "κλειδώσει" το Άρθρο 16 ή άλλα κρίσιμα άρθρα με 180+ ψήφους. Με αυτόν τον τρόπο, αν η Νέα Δημοκρατία κερδίσει τις επόμενες εκλογές, θα μπορεί να αλλάξει το Σύνταγμα μόνη της με 151 ψήφους, αφήνοντας την αντιπολίτευση θεατή.

Η μη συναίνεση και η μεγάλη πίεση

Όσο δύσκολη και αν είναι η συμφωνία για τις 180 ψήφους που απαιτούνται για την αναθεώρηση κρίσιμων άρθρων στην παρούσα συγκυρία, άλλο τόσο μεγαλύτερη θα είναι η πίεση που θα ασκεί στο ΠΑΣΟΚ ο Κυριάκος Μητσοτάκης, συντηρώντας τη συζήτηση στην επικαιρότητα για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Ο καθορισμός της πολιτικής ατζέντας από τον πρωθυπουργό, του επιτρέπει να ελέγχει και τον πολιτικό χρόνο. Μπορεί να πιέζει το ΠΑΣΟΚ ότι αρνείται, γιατί μπορεί να φοβάται την αυτοδυναμία της Νέας Δημοκρατίας. Δηλαδή, αν περάσουν τώρα οι 180 ψήφοι, τότε υπάρχει το ενδεχόμενο σε μια τέτοια περίπτωση, να περάσει όλα τα άρθρα με 151 ψήφους! Πρόκειται για ομολογία ήττας από την πλευρά του Νίκου Ανδρουλάκη, ακόμη και αν δεν έρθει η αυτοδυναμία για τη Νέα Δημοκρατία.

Το μόνο σίγουρο είναι ότι κάθε φορά που η κυβέρνηση θα βρίσκεται ενώπιον της φθοράς για το πρόβλημα της ακρίβειας, το Μαξίμου θα μπορεί να μετατοπίζει την ατζέντα στα μεγάλα, θεσμικά ζητήματα της αναθεώρησης. Με αυτόν τον τρόπο, υποχρεώνει την αντιπολίτευση να παίζει μόνιμα στο δικό του γήπεδο, αμυνόμενη, αντί να αναπτύσσει τη δική της επιθετική τακτική. Πρόκειται για την απόλυτη... σκακιέρα!

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, γνωρίζοντας την αριθμητική και ιδεολογική κυριαρχία του στο παρόν πολιτικό σκηνικό, στήνει μια περίτεχνη παγίδα για τους αντιπάλους του. Στριμώχνοντας το ΠΑΣΟΚ και την Αριστερά ανάμεσα στην άρνηση και την ταύτιση, και παρουσιάζοντας μια ελκυστική εκσυγχρονιστική ατζέντα για το Κέντρο, επιδιώκει να μετατρέψει την αναθεώρηση του Συντάγματος στο απόλυτο διαβατήριο για την ανανέωση της πολιτικής του ηγεμονίας.

Το... στρίμωγμα της αντιπολίτευσης μέσω του Άρθρου 16

Η τακτική του Μεγάρου Μαξίμου βασίζεται στη δημιουργία πολιτικών διλημμάτων μέσω συγκεκριμένων αναθεωρητέων άρθρων. Ο Μητσοτάκης επιλέγει να φέρει στο προσκήνιο ζητήματα που απολαμβάνουν ευρείας κοινωνικής αποδοχής, αναγκάζοντας την αντιπολίτευση είτε να υπερψηφίσει, συρόμενη πίσω από την κυβερνητική ατζέντα, είτε να καταψηφίσει ρισκάροντας να φανεί αποκομμένη από το κοινωνικό αίσθημα. 

Το μόνιμο «αγκάθι» του Άρθρου 16 για τα μη κρατικά πανεπιστήμια αφορά κυρίως το ΠΑΣΟΚ, το οποίο βρίσκεται υπό την πίεση της κυβέρνησης. Η Νέα Δημοκρατία άνοιξε τον δρόμο για τα ξένα πανεπιστήμια μέσω του διακρατικών συμφωνιών και του ενωσιακού δικαίου, αλλά η οριστική και καθαρή συνταγματική θωράκιση μέσω της τροποποίησης αποτελεί το απόλυτο εργαλείο πίεσης.

Το ΠΑΣΟΚ πιστεύει ότι ο Πρωθυπουργός θέλει να μετατρέψει τον Καταστατικό Χάρτη σε παγίδα για την αντιπολίτευση, ώστε να κερδίσει περισσότερους κεντρώους ψηφοφόρους. Η Χαριλάου Τρικούπη έχει εγκλωβιστεί σε μια αμφίσημη στάση, προσπαθώντας να ισορροπήσει ανάμεσα στον σοσιαλδημοκρατικό εκσυγχρονισμό και τις πιέσεις της εγχώριας αριστερής του πτέρυγας. 

Ο Μητσοτάκης, πιέζοντας για το Άρθρο 16, αναγκάζει το ΠΑΣΟΚ να πάρει καθαρή θέση, αναδεικνύοντας τις εσωτερικές του αντιφάσεις. Επιπλέον, εγκλωβίζει και τα υπόλοιπα κόμματα της Αριστεράς, τα οποία, αρνούνται να αναγνωρίσουν την παγκόσμια πραγματικότητα και θέλουν την Ελλάδα να είναι μαζί με την Κούβα και τη Βόρεια Κορέα, οι μοναδικές χώρες στον κόσμο, που δεν έχουν ιδιωτικά πανεπιστήμια! 

Τα παραπάνω συμβαίνουν, την ίδια στιγμή, που εκατοντάδες χιλιάδες ελληνικές οικογένειες σπούδασαν και σπουδάζουν τα παιδιά τους στη Μεγάλη Βρετανία, την Κύπρο, τις ΗΠΑ, την Ιταλία, τη Γαλλία, την Ολλανδία, το Βέλγιο, την Τσεχία, τη Βουλγαρία, τη Σερβία και πάει λέγοντας. Σε αυτό το σκηνικό προσθέστε και τους νέους που σπούδασαν και έμειναν μόνιμα σε αυτές τις χώρες, αποτελώντας τεράστια εθνική απώλεια σε επίπεδο «ανθρώπινων εγκεφάλων». 

Πώς η αντιπολίτευση θα επιδιώξει να αποφύγει τις... παγίδες και να περάσει στην αντεπίθεση

Τα κόμματα της αντιπολίτευσης γνωρίζουν την παγίδα των αριθμητικών και τεχνικών χαρακτηριστικών της Συνταγματικής Αναθεώρησης, οπότε είναι προφανές ότι θα επιχειρήσουν να αλλάξουν τους όρους του παιχνιδιού. 

Η Χαριλάου Τρικούπη επιχειρεί να εμφανιστεί ως ο αυθεντικός εγγυητής του Κράτους Δικαίου, μετατοπίζοντας τη συζήτηση από το Άρθρο 16 σε θέματα θεσμών. Γι αυτό και ζητά αλλαγή του τρόπου επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, προτείνοντας την αφαίρεση της αρμοδιότητας από το Υπουργικό Συμβούλιο, ώστε να εκλέγονται από ευρύτερα δικαστικά ή κοινοβουλευτικά σώματα, κατηγορώντας παράλληλα τη Νέας Δημοκρατίας για «καθεστωτισμό». 

Επιπλέον, αναδεικνύει το ζήτημα της ενίσχυσης των Ανεξάρτητων Αρχών, ζητώντας συνταγματικές εγγυήσεις για την προστασία αρχών όπως η Αρχή Διασφάλισης Απορρήτου Επικοινωνιών, φέρνοντας στην επιφάνεια το ευαίσθητο για την κυβέρνηση θέμα των υποκλοπών.

Από την άλλη πλευρά, τα κόμματα της Αριστεράς, προσπαθούν να αποδομήσουν το εκσυγχρονιστικό αφήγημα του Μητσοτάκη, παρουσιάζοντάς το ως "αντικοινωνικό". Θα επιδιώξουν να ανοίξουν το ζήτημα του πλήρους διαχωρισμού Κράτους και Εκκλησίας, ένα θέμα που φέρνει σε δύσκολη θέση τη συντηρητική βάση της Νέας Δημοκρατίας.

Επιπλέον, θα προτείνουν τη ρητή συνταγματική προστασία του νερού, της ενέργειας και του ΕΣΥ από την ιδιωτικοποίηση, κατηγορώντας την κυβέρνηση ότι θέλει να παραδώσει τα πάντα σε ιδιώτες μέσω του νέου Συντάγματος.

Όμως, πέρα από το θέμα των ιδιωτικών πανεπιστημίων, υπάρχουν διατάξεις που μπορούν να προκαλέσουν πολιτική... ανακατωσούρα. Ο Νόμος περί Ευθύνης Υπουργών (Άρθρο 86) αποτελεί καίριο ζήτημα για την κοινή γνώμη, η οποία απαιτεί την κατάργηση των προνομιακών προθεσμιών παραγραφής για τα πολιτικά πρόσωπα. Η Αντιπολίτευση θα πιέσει στα άκρα για πλήρη εξίσωση των πολιτικών με τους απλούς πολίτες, χρησιμοποιώντας ως πολιορκητικό κριό την τραγωδία των Τεμπών. 

Ο Μητσοτάκης είναι ο πρώτος που άνοιξε το θέμα για τον νόμο περί ευθύνης υπουργών. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η χώρα έχει μία ακόμη ευκαιρία για να κερδίσει το στοίχημα της σύγχρονης εποχής. Το θέμα είναι αν αυτό το έχουν αντιληφθεί αυτοί που πρέπει...