Η διεθνής αναταραχή συνεχίζεται, τα δύσκολα στην οικονομία βρίσκονται μπροστά μας και η κυβέρνηση δοκιμάζεται από διάφορες “περιπέτειες”, τις οποίες προσπαθεί να αξιοποιήσει η αντιπολίτευση, χωρίς ωστόσο, να αποκομίζει κάποια οφέλη που να κάνουν τη διαφορά.
Γράφει ο Λουκάς Γεωργιάδης
Χθες, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, από το 4ο προσυνέδριο της Νέας Δημοκρατίας στην Κρήτη, έστειλε μήνυμα πολιτικής διαφοροποίησης, δίνοντας ξεκάθαρα το στίγμα των πολιτικών προθέσεων του, στην τελική ευθεία προς την εκλογική μάχη της άνοιξης του 2027. Έδωσε έμφαση στον διάλογο για τα πραγματικά προβλήματα των πολιτών και στον σχεδιασμό για το μέλλον της χώρας, επισημαίνοντας ότι δεν έχουμε την πολυτέλεια να επιστρέψουμε στη δεκαετία του ΄80 και τις ανεύθυνες πολιτικές που μας οδήγησαν στην υπερχρέωση.
Ο πρωθυπουργός έθεσε σαφή διαχωριστική γραμμή μεταξύ Νέας Δημοκρατίας με το ΠΑΣΟΚ όπου ”από τη μια πλευρά υπάρχει ένα κόμμα που μιλά με σχέδιο για την Ελλάδα του 2030 και από την άλλη μεριά ένα κόμμα που μηδενίζει τα πάντα και θέλει να μας γυρίσει στο 1980”. Με την τοποθέτηση του, επιχείρησε να αναδείξει το δίλημμα της επόμενης περιόδου, θέτοντας στο επίκεντρο τη σταθερότητα, τον σχεδιασμό και την προοπτική έναντι της πολιτικής του μηδενισμού.
Τα εκλογικά σενάρια της επόμενης μέρας
Με βάση τους σημερινούς συσχετισμούς το πολιτικό παιχνίδι δεν κρίνεται πλέον στην “ιδεολογική καθαρότητα”, αλλά στην πρακτική αποτελεσματικότητα και τη δυνατότητα σχηματισμού βιώσιμης κυβέρνησης.
Οι πιθανότητες αυτοδυναμίας της Νέας Δημοκρατία είναι σχετικά μειωμένες και συνεπώς, το μεγάλο ζητούμενο της επόμενης μέρας είναι οι συμμαχίες. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχουν τρία ενδεχόμενα:
- Ο “Μεγάλος Συνασπισμός” ΝΔ - ΠΑΣΟΚ, κατά τα πρότυπα της σημερινής γερμανικής κυβέρνησης. Είναι το σενάριο που προκρίνουν οι αγορές και οι Βρυξέλλες για απόλυτη σταθερότητα. Ο Κ. Μητσοτάκης θα το παρουσιάσει ως «εθνική ανάγκη», ενώ ο Ν. Ανδρουλάκης θα αντιμετωπίσει το δίλημμα: συμμετοχή στην εξουσία με κίνδυνο την πολιτική του απορρόφηση ή άρνηση και κατηγορία για ακυβερνησία.
- Το “Προοδευτικό Μέτωπο” ΠΑΣΟΚ - ΣΥΡΙΖΑ-Τσίπρα και λοιπών αριστερών “προθύμων”. Το τρωτό σημείο εδώ είναι η ηγεσία, δηλαδή το όνομα του Πρωθυπουργού. Ο Αλέξης Τσίπρας έχει το ειδικό βάρος αλλά και τη μεγαλύτερη αρνητική δημοτικότητα στο Κέντρο, ενώ ο Ανδρουλάκης δεν δέχεται να είναι “νούμερο 2” σε μια κυβέρνηση με κορμό το κόμμα Τσίπρα και πιθανόν τον ΣΥΡΙΖΑ.
- Η “Κυβέρνηση Ηττημένων”. Είναι το σενάριο με τις μικρότερες πιθανότητες, το οποίο, μπορεί να αποτελέσει “βούτυρο στο ψωμί” του Κυριάκου Μητσοτάκη. Είναι ο “μπαμπούλας” που μπορεί να συσπειρώσει τους δεξιούς ψηφοφόρους, λέγοντας ότι μια συνεργασία των υπολοίπων θα φέρει αστάθεια.
Η κυβέρνηση έχει να αντιμετωπίσει τις συνέπειες της διεθνούς αναταραχής στην οικονομία, αλλά από την άλλη πλευρά, η ψηφιοποίηση του κράτους και οι μεταρρυθμίσεις, αποτελούν ισχυρά αντίβαρα. Επιπλέον, το ψηφιακό κράτος αποτελεί τον μεγάλο “σύμμαχο” του Μητσοτάκη, ενώ μόνο ένας κακόπιστος δεν μπορεί να δει τα έργα που έχουν γίνει ή βρίσκονται σε εξέλιξη. Κάθε νέα ψηφιακή υπηρεσία (π.χ. αυτόματη έκδοση συντάξεων, ψηφιακός φάκελος υγείας) “εξαγοράζει” πολιτικό χρόνο, καθώς ο πολίτης νιώθει ότι το κράτος γίνεται πιο φιλικό, γεγονός που επισκιάζει τα θεσμικά ελλείμματα (π.χ. υποκλοπές, δικαιοσύνη).
Τα τρωτά σημεία της αντιπολίτευσης που θα αξιοποιήσει ο Μητσοτάκης
Τα κόμματα της αντιπολίτευσης και ειδικά το ΠΑΣΟΚ και ο... Τσίπρας, δυσκολεύονται να έρθουν αντιμέτωποι με τις επιτυχίες της χώρας τα τελευταία 7 χρόνια.
Το οικονομικό success story, η θέση της Ελλάδας στον κόσμο και οι ισχυρές συμμαχίες που έχει συνάψει, δεν αφήνουν περιθώρια αμφισβήτησης ή διαμόρφωσης σοβαρού αφηγήματος από το ΠΑΣΟΚ, τον Τσίπρα και τον ΣΥΡΙΖΑ. Είναι πολιτικά αδύναμοι και είναι παγιδευμένοι, καθώς ο αντιπολιτευτικός τους λόγος είναι οπισθοδρομικός, ενώ αν αποδεχθούν το αφήγημα της Νέας Δημοκρατίας, είναι σαν να αναγνωρίζουν την επιτυχία της κυβέρνησης. Εδώ βρίσκεται η μεγάλη σύγκρουση.
Ο Μητσοτάκης θα δείχνει την επενδυτική βαθμίδα και τη μείωση του χρέους, ενώ ο Ανδρουλάκης και Τσίπρας θα δείχνουν τα ενοίκια και τον πληθωρισμό των τροφίμων. Σε κάθε περίπτωση, το 2026, η μάχη θα δοθεί στο αν ο ψηφοφόρος θα ψηφίσει με βάση το πού πρέπει να πάει η χώρα με τον Μητσοτάκη ή αν τα εισοδήματα του και το κόστος ζωής του μπορούν να βρουν την “ίαση” από τις ψεύτικες υποσχέσεις του Ανδρουλάκη και του Τσίπρα. Φανταζόμαστε ότι όλοι μπορούν να αντιληφθούν, ποιο είναι το μέτρο σύγκρισης...
Ο μεγαλύτερος αντίπαλος του Μητσοτάκη δεν είναι ο Ανδρουλάκης ή ο Τσίπρας, αλλά ο “Κανένας”! Στις εκλογές του 2027, η αποχή και η απογοήτευση από το πολιτικό σύστημα συνολικά, είναι τα μόνα στοιχεία που απειλούν την ηγεμονία του Κυριάκου Μητσοτάκη. Όμως, όσο η αντιπολίτευση παραμένει διχασμένη μεταξύ της θεσμικής αντιπολίτευσης του ΠΑΣΟΚ, της καταγγελτικής πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ και της... επικείμενης “μπουρδολογίας” του Τσίπρα, τόσο ο Μητσοτάκης θα μπορεί να κυβερνά προβάλλοντας τον εαυτό του ως τη μοναδική ρεαλιστική λύση.
Η φθορά της κυβέρνησης είναι υπαρκτή, αλλά η απουσία ενός ενιαίου, πειστικού και σύγχρονου αντι-αφηγήματος επιτρέπει στο Μέγαρο Μαξίμου να ελέγχει το παιχνίδι. Η στρατηγική του μονόδρομου φαίνεται να αποδίδει καρπούς, τουλάχιστον μέχρι η κάλπη να δείξει αν η κοινωνία προτιμά τη γνώριμη φθορά ή το άγνωστο ρίσκο.