Η αντίστροφη μέτρηση για τις προσεχείς εθνικές εκλογές έχει ήδη ξεκινήσει, κι ας είμαστε περίπου 8 μήνες πριν από την τέλεση τους. 

Γράφει ο Λουκάς Γεωργιάδης

Ήδη, το πολιτικό σκηνικό παρουσιάζει έντονη κινητικότητα και βρίσκεται σε αυξημένη... επαγρύπνηση. Η επόμενη εκλογική αναμέτρηση δεν θα είναι απλώς μια ακόμη καταγραφή της εκλογικής επιρροής των κομμάτων, αλλά μια κρίσιμη καμπή που θα καθορίσει την αρχιτεκτονική της διακυβέρνησης της χώρας για την επόμενη τετραετία. Με το οικονομικό περιβάλλον να παραμένει πιεστικό και τις γεωπολιτικές προκλήσεις να απαιτούν σταθερά ανακλαστικά, οι κάλπες αυτές θα κρίνουν αν η Ελλάδα θα συνεχίσει σε μια τροχιά προβλεψιμότητας ή αν θα εισέλθει σε μια νέα φάση πολιτικού κατακερματισμού και αναζήτησης συμμαχιών.

Το πρώτο και βασικότερο χαρακτηριστικό των επικείμενων εκλογών είναι η αλλαγή του πολιτικού υποδείγματος και η μετατόπιση από τον κλασικό διπολισμό σε ένα πιο πολυδιασπασμένο μοντέλο. Η παραδοσιακή αντιπαράθεση μεταξύ των δύο πρώτων κομμάτων έχει δώσει τη θέση της σε μια πολυεπίπεδη μάχη, όπου ο πρώτος επιδιώκει τη μέγιστη δυνατή συσπείρωση για την επίτευξη της αυτοδυναμίας, ενώ οι δυνάμεις της αντιπολίτευσης αναδιατάσσονται διεκδικώντας ηγετικό ρόλο στην επόμενη ημέρα.

Από την άλλη, η κόπωση του εκλογικού σώματος από τις συνεχείς κρίσεις (πληθωρισμός, ακρίβεια, στεγαστικό) δημιουργεί ένα υπόστρωμα "βουβής" δυσαρέσκειας. Οι ψηφοφόροι εμφανίζονται λιγότερο ιδεολογικά περιχαρακωμένοι και περισσότερο πραγματιστές, αξιολογώντας τα κόμματα με βάση την καθημερινότητά τους και την προσωπική τους οικονομική κατάσταση. Αυτό σημαίνει ότι οι παραδοσιακοί κομματικοί μηχανισμοί έχουν μικρότερη επιρροή, και η τελική απόφαση θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό από τη δυναμική των τελευταίων εβδομάδων της προεκλογικής εκστρατείας.

Οι καταλύτες της ακρίβειας και της καθημερινότητας

Η οικονομική καθημερινότητα και ειδικότερα το κεφάλαιο της ακρίβειας, θα καθορίσει οριζόντια τα ποσοστά όλων των πολιτικών δυνάμεων, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο.

Το κόστος ζωής, οι τιμές στα ράφια των σούπερ μάρκετ, η ενέργεια και η δυσκολία εύρεσης προσιτής στέγης αποτελούν τα "καυτά" προβλήματα για την πλειοψηφία των πολιτών. Η κυβέρνηση καλείται να πείσει ότι τα μέτρα στήριξης και οι αυξήσεις στους μισθούς επαρκούν για την απορρόφηση των κραδασμών, προτάσσοντας τη δημοσιονομική σταθερότητα ως προϋπόθεση για τη μακροπρόθεσμη ευημερία.

Από την άλλη πλευρά, τα κόμματα της αντιπολίτευσης επενδύουν στην ανάδειξη των κοινωνικών ανισοτήτων και της αγοραστικής αδυναμίας των μεσαίων και χαμηλών στρωμάτων. Η ικανότητα κάθε κόμματος να παρουσιάσει ένα ρεαλιστικό, πειστικό και κοστολογημένο σχέδιο για την αντιμετώπιση της ακρίβειας θα κρίνει τις μετακινήσεις των αναποφάσιστων ψηφοφόρων της τελευταίας στιγμής.

Η μάχη για το Κέντρο και η "δεξαμενή" των αναποφάσιστων

Ιστορικά, οι εκλογικές αναμετρήσεις στην Ελλάδα κρίνονται στον μεσαίο χώρο. 

Οι ψηφοφόροι που αυτοπροσδιορίζονται ως κεντρώοι, μετριοπαθείς ή αποστασιοποιημένοι από τα κομματικά στερεότυπα αποτελούν τη ρυθμιστική δεξαμενή που θα γείρει την... πλάστιγγα. Για τη Νέα Δημοκρατία, η διατήρηση της κυριαρχίας στον κεντρώο χώρο αποτελεί το "κλειδί" για τη διατήρηση υψηλών ποσοστών και την προσέγγιση του στόχου της αυτοδυναμίας. Για το ΠΑΣΟΚ, ο χώρος αυτός αποτελεί την παραδοσιακή του κοίτη, την οποία επιδιώκει να επαναπατρίσει προβάλλοντας ένα προοδευτικό, θεσμικό και υπεύθυνο προφίλ. Σε αυτήν τη "δεξαμενή" στοχεύει και η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη του Τσίπρα για να πείσει ότι ξεπερνά τα όρια του αριστερού χώρου.

Η μάχη για το Κέντρο δεν θα δοθεί με ιδεολογικά συνθήματα, αλλά με όρους κυβερνησιμότητας, σοβαρότητας και διαχειριστικής επάρκειας των προσώπων που ηγούνται των ψηφοδελτίων. Σε αυτό το επίπεδο, εκτιμάται ότι η πλειοψηφία των κεντρώων αναμένεται να δείξουν την εμπιστοσύνη τους προς τη Νέα Δημοκρατία και τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Εκτός σοβαρού απρόοπτου...

Η συμπεριφορά της νεολαίας και η αποχή

Ένα από τα πιο απρόβλεπτα χαρακτηριστικά της προσεχούς κάλπης είναι η στάση των νέων ηλικιακών ομάδων και το συνολικό ποσοστό της αποχής. 

Οι νέοι ψηφοφόροι ενημερώνονται σχεδόν αποκλειστικά από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, χρησιμοποιούν διαφορετικούς κώδικες επικοινωνίας και αντιμετωπίζουν το πολιτικό σύστημα με διάχυτη δυσπιστία. Τα κόμματα που θα καταφέρουν να μιλήσουν τη γλώσσα των νέων, αγγίζοντας θέματα όπως η εργασιακή ανασφάλεια, η ποιότητα της εκπαίδευσης και οι ψηφιακές προκλήσεις, θα αποκτήσουν ένα σημαντικό πλεονέκτημα. Αντίθετα, αν επικρατήσει η τάση της αποχής, οι συσχετισμοί θα επηρεαστούν άμεσα, ευνοώντας τα κόμματα με πιο συμπαγείς και πειθαρχημένους κομματικούς στρατούς.

Το μέγεθος της αποχής θα είναι ο αστάθμητος παράγοντας που μπορεί να διαψεύσει τις δημοσκοπήσεις. Μπορεί να μην οδηγήσει σε μεγάλες ανατροπές ή να μην απειλήσει την πρωτιά της Νέας Δημοκρατίας, ωστόσο, μπορεί να φέρει αλλαγές, οι οποίες, ενδεχομένως να διαμορφώσουν πολύ οριακές πολιτικές ισορροπίες...

Οι συσχετισμοί δυνάμεων την επόμενη μέρα

Η κατανομή των εδρών και η διαμόρφωση των νέων συσχετισμών στη Βουλή θα εξαρτηθούν άμεσα από το εκλογικό σύστημα και τον αριθμό των κομμάτων που θα καταφέρουν να ξεπεράσουν το όριο του 3% για την είσοδό τους στο κοινοβούλιο.

Όσο περισσότερα μικρά κόμματα εισέλθουν στη Βουλή, τόσο αυξάνεται ο πήχης της αυτοδυναμίας για το πρώτο κόμμα, καθιστώντας τις συνεργασίες μονόδρομο. Τα επικρατέστερα σενάρια για τους συσχετισμούς δυνάμεων επικεντρώνονται σε τρία... αν! Ειδικότερα:

  1. Αν το πρώτο κόμμα καταφέρει να συγκεντρώσει ένα ισχυρό ποσοστό που του εξασφαλίζει κοινοβουλευτική πλειοψηφία, τότε η χώρα θα οδηγηθεί σε μια κυβέρνηση σταθερού προσανατολισμού, με καθαρό ορίζοντα.
  2. Αν η αυτοδυναμία καταστεί ανέφικτη, τότε το ενδιαφέρον θα μετατοπιστεί αμέσως στις διεργασίες για τον σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας. Εκεί, ο ρόλος των ενδιάμεσων κομμάτων (με κυρίαρχο το ΠΑΣΟΚ) θα είναι καταλυτικός, καθώς θα κληθούν να θέσουν τους όρους και τα πρόσωπα για τη βιωσιμότητα του κυβερνητικού σχήματος.
  3. Αν οι κάλπες οδηγήσουν σε ένα κατακερματισμένο πολιτικό σκηνικό χωρίς δυνατότητα προγραμματικών συγκλίσεων, τότε η χώρα ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπη με παρατεταμένη αβεβαιότητα ή επαναλαμβανόμενες εκλογικές αναμετρήσεις, γεγονός που θα προκαλέσει ανησυχία στις αγορές και την οικονομία.

Το διακύβευμα της κάλπης

Στην τελική ευθεία προς τις κάλπες, οι ψηφοφόροι θα κληθούν να ζυγίσουν το ρίσκο της αλλαγής σε σχέση με την ασφάλεια της σταθερότητας.

Τον πρώτο λόγο φαίνεται να έχουν η Νέα Δημοκρατία και ο Κυριάκος Μητσοτάκος, ωστόσο το βασικό συμπέρασμα συγκλίνει προς την άποψη ότι οι προσεχείς εθνικές εκλογές δεν θα κριθούν από το παρελθόν, αλλά από την προσδοκία για το μέλλον. Η κάλπη θα αναδείξει εκείνες τις δυνάμεις που θα καταφέρουν να εκπέμψουν το πιο πειστικό μήνυμα ασφάλειας, προοπτικής και ρεαλισμού για την Ελλάδα της επόμενης δεκαετίας.

Σε κάθε περίπτωση, εκτιμάται ότι πολλοί ψηφοφόροι θα φτάσουν στην κάλπη αρκετά... μπερδεμένοι. Με βάση την ανάλυση των δημοσκοπήσεων, προκύπτει το συμπέρασμα ότι μάλλον θα είναι πολύ υψηλό το ποσοστό του εκλογικού σώματος, το οποίο θα αποφασίσει τι θα ψηφίσει, κυριολεκτικά μέσα στο παραβάν! Το τελικό αποτέλεσμα θα είναι καθοριστικό για τον τρόπο διακυβέρνησης της χώρας, ενώ πρέπει να λάβουμε υπόψιν ότι οι μετεκλογικές συνεργασίες θα επηρεαστούν σε σημαντικό βαθμό και από την εικόνα που θα παρουσιάζει η υπόλοιπη Ευρώπη.

Το 2027 είναι έτος εκλογών για 8 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η Γαλλία, η Ιταλία και η Ισπανία. Αν λάβουμε υπόψιν την... ανακατωσούρα στην πρώτη ευρωπαϊκή δύναμη, τη Γερμανία, όλοι αντιλαμβανόμαστε ότι οι πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα θα είναι ευθυγραμμισμένες με το διεθνές κλίμα. Πολλά μπορεί να συμβούν και ίσως να υπάρξουν ανατροπές που σήμερα δεν είναι ορατές. Ραντεβού στις κάλπες!