Στην Ένωση Εισαγελέων Ελλάδος απάντησε ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη, Τάκης Θεοδωρικάκος. με αφορμή της απελευθερώσεις κρατουμένων.

Ο Τάκης Θεοδωρικάκος σε τηλεοπτική του συνέντευξη δήλωσε μεταξύ άλλων ότι «η ΕΛΑΣ συλλαμβάνει τους κακοποιούς όμως η Δικαιοσύνη τους αφήνει ελεύθερους».

Μετά την αντίδραση της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδας, ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη απάντησε ότι εξεπλάγη, γιατί είπε το αυτονόητο: Η αρμοδιότητα ποινικής αξιολόγησης συλληφθέντων ατόμων δεν ανήκει στην Ελληνική Αστυνομία αλλά στη Δικαιοσύνη, η οποία εφαρμόζει τους Νόμους.

Αναλυτικά η αντίδραση του υπουργού Προστασίας του Πολίτη:

«Με έκπληξη πληροφορήθηκα την ανακοίνωση της Ένωσης Εισαγγελέων με αφορμή τη σημερινή συνέντευξη μου σε τηλεοπτικό σταθμό. Στη συνέντευξη αυτή, απαντώντας σε ερώτηση δημοσιογράφου, που περιέγραφε ότι η αστυνομία αφήνει ελεύθερους συλληφθέντες κακοποιούς, εξήγησα το αυτονόητο: Η αρμοδιότητα ποινικής αξιολόγησης συλληφθέντων ατόμων δεν ανήκει στην Ελληνική Αστυνομία αλλά στη Δικαιοσύνη, η οποία εφαρμόζει τους Νόμους. Αυτό επαναλαμβάνω και τώρα, οι εξουσίες είναι διακριτές όπως ορίζει το Σύνταγμά μας, το οποίο τηρούμε απαρέγκλιτα».

Με αφορμή σημερινές δηλώσεις του υπουργού Προστασίας του Πολίτη ,Τάκη Θεοδωρικάκου σύμφωνα με τις οποίες οι εισαγγελικές και δικαστικές αρχές «αφήνουν ελεύθερους» συλληφθέντες για διάφορα αδικήματα και έτσι αυτοί συνεχίζουν τη δράση τους σε βάρος του κοινωνικού συνόλου, η Ένωση Εισαγγελέων Ελλάδος (ΕΕΕ), σε ανακοίνωση της ανέφερε ότι «η άσκηση ποινικής δίωξης, η επιβολή προσωρινής κράτησης, η καταδίκη και η απόλυση κατάδικων, έχουν ανατεθεί από το Σύνταγμα στη δικαστική εξουσία και αποτελούν δικαστική κρίση που υπακούει σε συγκεκριμένες νομοθετικές επιλογές».

Παράλληλα, η ΕΕΕ αναφέρει ότι «οι εκπτώσεις στη δικαστικά καθορισμένη χρονική διάρκεια των επιβαλλομένων ποινών, αποτελεί ευθύνη και αρμοδιότητα της πολιτείας, η οποία μπορεί να επιφέρει μια ουσιώδη μεταστροφή, με την εισαγωγή κριτηρίων και προϋποθέσεων λειτουργίας ενός πρόσφορου συστήματος που θα εξυπηρετεί επαρκώς τις ανάγκες προστασίας του κοινωνικού συνόλου, χωρίς αυτό να ματαιώνει, να περιορίζει ή να αναιρεί την δικαιοδοτική κρίση των αρμόδιων δικαστικών λειτουργών, οι οποίοι αυτονόητα ερμηνεύουν και εφαρμόζουν το νόμο που ισχύει».