Ο δύο πόλεμοι σε Ουκρανία και Περσικό Κόλπο μαίνονται, ενώ διάφορα... περιφερειακά "ζιζάνια" φαίνεται να... γαργαλιούνται, σε μια προσπάθεια να ικανοποιήσουν τους... ευσεβείς πόθους του αναθεωρητικού... ονείρου τους! 

Στο πλαίσιο αυτό, η ελληνοτουρκική αντιπαράθεση εισέρχεται σε μια φάση βαθιάς στρατηγικής αναμέτρησης, όπου η ρητορική της «καλής γειτονίας» εναλλάσσεται με σκληρές προειδοποιήσεις. Από το βήμα της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών, ο Τούρκος πρόεδρος, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, επιχείρησε να εμφανίσει ένα πρόσωπο διαλλακτικότητας, δηλώνοντας ότι «η Τουρκία δεν είναι εχθρός της Ελλάδας, αλλά σύμμαχος στο ΝΑΤΟ».

Γράφει ο Λουκάς Γεωργιάδης

Ωστόσο, πίσω από τα διπλωματικά χαμόγελα κρύβεται μια συστηματική προσπάθεια της Άγκυρας να αποτρέψει τη δημιουργία μη αναστρέψιμων τετελεσμένων στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Η τουρκική νευρικότητα δεν είναι τυχαία. Πηγάζει από την αλλαγή των στρατιωτικών ισορροπιών, τη διπλωματική απομόνωση της Άγκυρας στην ευρύτερη περιοχή και κυρίως, από την προοπτική μιας μακροχρόνιας πολιτικής σταθερότητας στην Αθήνα. 

Ο Ερντογάν, προφανώς πικραμένος από την υποδοχή που έτυχε στις ΗΠΑ από τον Τραμπ και χωρίς να πάρει τίποτα, ιδίως για τα F-35, θα διατηρήσει το κλίμα έντασης με το βλέμμα στις εκλογές, τόσο στην Ελλάδα, όσο και στη χώρα του... 

Οι αιτίες της κλιμάκωσης και το άγχος της Τουρκίας

Η τρέχουσα τακτική του Ερντογάν δεν στοχεύει σε μια τυφλή στρατιωτική σύρραξη, αλλά στην άσκηση ασφυκτικής πίεσης προκειμένου να «γκριζάρει» ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα. 

Η Άγκυρα αντιλαμβάνεται ότι ο χρόνος λειτουργεί εις βάρος της. Η απόφαση της Ελλάδας να προχωρήσει σε κρίσιμα ενεργειακά και περιβαλλοντικά έργα, όπως η ηλεκτρική διασύνδεση μέσω του καλωδίου Great Sea Interconnector και η θεσμοθέτηση θαλάσσιων πάρκων στο Αιγαίο, αποτελεί το τρέχον σημείο τριβής. Για την Τουρκία, αυτά τα έργα θεωρούνται τεστ... κοπώσεως για τις κυριαρχικές διεκδικήσεις της. 

Ο... Σουλτάνος προκαλεί τώρα διότι επιδιώκει να εξαναγκάσει την Αθήνα σε έναν διμερή διάλογο εφ’ όλης της ύλης, παρακάμπτοντας το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, προτού οι ελληνικές υποδομές εδραιώσουν τη νέα πραγματικότητα στο αρχιπέλαγος.

Το μεγάλο γεωπολιτικό άγχος της τουρκικής διπλωματίας εστιάζει στη νομική και επιχειρησιακή οχύρωση του Αιγαίου από την ελληνική πλευρά. Η Άγκυρα διατηρεί στο ακέραιο την απειλή του Casus Belli (αιτία πολέμου) για την πιθανή επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια, μια κίνηση που θα μετέτρεπε το Αιγαίο σε μια κλειστή «ελληνική λίμνη» που θα ισοδυναμεί με το σκοινί που έχει στο λαιμό του κάποιος που βρίσκεται στην αγχόνη! 

Παράλληλα, ο Ερντογάν επαναφέρει μετ' επιτάσεως το ζήτημα της αποστρατιωτικοποίησης των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου, κατηγορώντας την Αθήνα για παραβίαση των διεθνών συνθηκών.

Ο πραγματικός λόγος πίσω από αυτή την εμμονή είναι ο φόβος της επιχειρησιακής υπεροχής. Με την αγορά των γαλλικών μαχητικών Rafale, των γαλλικών φρεγατών Belharra και τον επικείμενο εκσυγχρονισμό της ελληνικής αεράμυνας, η Άγκυρα βλέπει το δόγμα της "Γαλάζιας Πατρίδας" να γίνεται... χαρτοπόλεμος και να προσκρούει σε ένα απροσπέλαστο αμυντικό τείχος, το οποίο καθιστά οποιαδήποτε τουρκική επιθετική ενέργεια απαγορευτική από πλευράς κόστους-οφέλους.

Η ψευδαίσθηση της αδιαφορίας για τις ελληνικές συμμαχίες

Στη ρητορική του, ο Τούρκος πρόεδρος εμφανίζεται συχνά να υποτιμά τις στρατηγικές συμμαχίες της Ελλάδας με τις ΗΠΑ, τη Γαλλία και το Ισραήλ. 

Ωστόσο, αυτή η στάση αδιαφορίας, αποτελεί ένα επικοινωνιακό προπέτασμα καπνού για την εσωτερική κοινή γνώμη της Τουρκίας. Στην πραγματικότητα, η Άγκυρα ενοχλείται βαθύτατα από την αμερικανική παρουσία στο στρατηγικής σημασίας "φυλάκιο" της Αλεξανδρούπολης, όπου είναι πανεύκολος ο έλεγχος όσων εξέρχονται και εισέρχονται στο Στενό των Δαρδανελίων. Επιπλέον, η μετατροπή της Σούδας σε στρατηγικό κόμβο των ΗΠΑ στη Μεσόγειο ακυρώνει τον ρόλο της Τουρκίας ως του μοναδικού γεωπολιτικού πυλώνα του ΝΑΤΟ στην περιοχή.

Από την άλλη πλευρά, η Άγκυρα βρίσκεται σε ακόμη πιο δύσκολη θέση, αν λάβουμε υπόψιν μας τη γαλλική αμυντική συνδρομή σε περίπτωση επίθεσης κατά της Ελλάδας και της Κύπρου. Η ελληνογαλλική συμφωνία στερεί από την Τουρκία τη δυνατότητα να απειλεί την Ελλάδα χωρίς να υπολογίζει την άμεση εμπλοκή μιας πυρηνικής δύναμης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το Ισραήλ και οι απειλές του Ερντογάν που δείχνουν αδυναμία

Χειρότερη για τους σχεδιασμούς του Ερντογάν είναι η περίπτωση της «Ασπίδας του Αχιλλέα», που βάζει στο παιχνίδι τον εχθρό της Άγκυρας, το Ισραήλ. Η στρατηγική σχέση Αθήνας-Λευκωσίας-Τελ Αβίβ, η οποία ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο τις τελευταίες ημέρες στη συνάντηση Μητσοτάκη-Νετανιάχου στη Νέα Υόρκη, δημιουργεί έναν άξονα δημοκρατικών κρατών που απομονώνει την αναθεωρητική πολιτική του Ερντογάν στη Μέση Ανατολή. Μάλιστα, στη Γενική Συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου «έβγαλε στη σέντρα» τον Τούρκο πρόεδρο, για τις απειλές του κατά της Ελλάδας και την κατοχή μέρους της Κύπρου.

Ο Ερντογάν προσποιείται ότι αγνοεί αυτές τις συμμαχίες, επειδή η παραδοχή τους θα σήμαινε την αποδοχή της δικής του διπλωματικής αποτυχίας και της σταδιακής αποξένωσης της Τουρκίας από τη Δύση. Βλέπει ότι η "Γαλάζια Πατρίδα" κινδυνεύει να εξελιχθεί σε... ανέκδοτο, καθώς η Τουρκία βρίσκεται σε κλοιό στη Μεσόγειο, ενώ η ευκαιριακή, δήθεν συμμαχία με το Πακιστάν και τη Σαουδική Αραβία, δεν είναι αυτό που θέλει να πιστεύει ο Ερντογάν ότι είναι. 

Η Ελλάδα έχει απλώσει παντού τα... πλοκάμια της και ο Ερντογάν βλέπει ότι πλησιάζουν τα 12 ναυτικά μίλια, οι μεγάλες στρατιωτικές δυνάμεις είναι στο πλευρό της Αθήνας και το κόστος μιας στρατιωτικής εμπλοκής για την ασθμαίνουσα οικονομία της Τουρκίας, θα είναι τεράστιο. Το χειρότερο για τον Ερντογάν είναι ότι αυτές οι... βίαιες γεωπολιτικές ανακατατάξεις οδηγούν την Τουρκία στο περιθώριο ή στην καλύτερη περίπτωση περιορίζουν δραστικά την επιρροή της στη διαμόρφωση των εξελίξεων. 

Γιατί η Άγκυρα... τρέμει μια τρίτη θητεία Μητσοτάκη

Ο πιο αστάθμητος παράγοντας για τους σχεδιασμούς του προεδρικού μεγάρου στην Άνκαρα είναι η πολιτική συνέχεια στην Αθήνα.

Η προοπτική μιας τρίτης κυβερνητικής θητείας του Κυριάκου Μητσοτάκη αποτελεί τον μεγαλύτερο φόβο του Τούρκου προέδρου. Στο παρελθόν, η Τουρκία επένδυε στην πολιτική αστάθεια, τις συχνές κυβερνητικές αλλαγές και την οικονομική αδυναμία της Ελλάδας για να αποσπάσει παραχωρήσεις. Η διατήρηση μιας σταθερής, οικονομικά ισχυρής και εξοπλιστικά αναβαθμισμένης Ελλάδας για μία ακόμα τετραετία ανατρέπει πλήρως αυτό το μοτίβο.

Μια τρίτη θητεία Μητσοτάκη σημαίνει την πλήρη ολοκλήρωση του εξοπλιστικού προγράμματος της χώρας (συμπεριλαμβανομένων των αμερικανικών μαχητικών F-35), τη σταθερή εδραίωση των διεθνών συμμαχιών και τη συνέχιση μιας ψύχραιμης αλλά ανυποχώρητης διπλωματίας. Για τον λόγο αυτό, ο Ερντογάν έσπευσε να δηλώσει με νόημα ότι «τα ελληνοτουρκικά δεν πρέπει να γίνονται προεκλογικό υλικό στην Ελλάδα». Πρόκειται για μια έμμεση παραδοχή ότι η πολιτική κυριαρχία της παρούσας ελληνικής κυβέρνησης στερεί από την Άγκυρα τα εργαλεία πίεσης που παραδοσιακά χρησιμοποιούσε, αναγκάζοντας την να αντιμετωπίσει μια Ελλάδα που πλέον συνομιλεί από θέση ισχύος.