Ένα βήμα πριν από τη σύγκρουση φαίνεται πως βρίσκονται οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν, σύμφωνα με διεθνή δημοσιεύματα. Οι ΗΠΑ εντείνουν συστηματικά τη στρατηγική «διπλής τροχιάς» απέναντι στο Ιράν, συνδυάζοντας τη διπλωματική πίεση με μια πρωτοφανή σε εύρος στρατιωτική ανάπτυξη στη Μέση Ανατολή.
Το ενδεχόμενο στρατιωτικού πλήγματος παραμένει ανοιχτό, καθώς οι συνομιλίες για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης δεν έχουν οδηγήσει μέχρι στιγμής σε ουσιαστική σύγκλιση.
Αυτό το αδιέξοδο τροφοδοτεί ανησυχίες για μια ευρείας κλίμακας σύγκρουση με αλυσιδωτές επιπτώσεις στην περιφερειακή σταθερότητα, στις αγορές ενέργειας και στη διεθνή ασφάλεια, σε μια περίοδο που η Μέση Ανατολή βρίσκεται ήδη υπό έντονη γεωπολιτική πίεση.
Στο διπλωματικό μέτωπο, ανώτατοι σύμβουλοι του Ντόναλντ Τραμπ έχουν εμπλακεί σε νέο κύκλο επαφών με Ιρανούς αξιωματούχους στη Γενεύη, με στόχο την αναβίωση ενός πλαισίου συνεννόησης για το πυρηνικό πρόγραμμα και την πιθανή αναθεώρηση του καθεστώτος κυρώσεων.
Η αμερικανική πλευρά επιδιώκει να διευρύνει την ατζέντα και σε ζητήματα περιφερειακής ασφάλειας και στρατιωτικών δραστηριοτήτων του Ιράν, ενώ η Τεχεράνη επικεντρώνεται πρωτίστως στις κυρώσεις και στις εγγυήσεις για το πυρηνικό της πρόγραμμα.
Παρά τις επαφές, διπλωματικές πηγές περιγράφουν περιορισμένη πρόοδο και επιμονή των δύο πλευρών σε θέσεις που απέχουν σημαντικά μεταξύ τους. Η Ουάσιγκτον έχει καταστήσει σαφές ότι αναμένει συγκεκριμένη, τεχνικά τεκμηριωμένη πρόταση από το Ιράν εντός στενού χρονικού πλαισίου, χωρίς ωστόσο να υπάρχουν ενδείξεις ότι μια συνολική συμφωνία βρίσκεται προ των πυλών.
Αμερικανικός στρατιωτικός κλοιός
Την ίδια ώρα, η στρατιωτική διάσταση της αμερικανικής στρατηγικής κλιμακώνεται με τρόπο που υποδηλώνει προετοιμασία για μακρόχρονη παρουσία και όχι για περιορισμένη επίδειξη ισχύος.
Η επιβεβαιωμένη ανάπτυξη του αεροπλανοφόρου «USS Abraham Lincoln» στον Κόλπο, επικεφαλής ομάδας κρούσης με αντιτορπιλικά κατευθυνόμενων πυραύλων και δεκάδες αεροσκάφη, ενισχύει την αποτρεπτική ικανότητα των ΗΠΑ κοντά στις ιρανικές ακτές.
Ακόμα, έχει δρομολογηθεί η αποστολή του «USS Gerald R. Ford», του μεγαλύτερου αεροπλανοφόρου του αμερικανικού ναυτικού, γεγονός που αυξάνει κατακόρυφα τη δυνατότητα συνεχών αεροπορικών επιχειρήσεων στην ευρύτερη περιοχή.
Καταγραφές δορυφόρων δείχνουν την παρουσία πολλαπλών αμερικανικών πολεμικών πλοίων στη Μέση Ανατολή, στην Ανατολική Μεσόγειο και στην Ερυθρά Θάλασσα. Η αεροπορική δραστηριότητα ενισχύεται με την ανάπτυξη μαχητικών και υποστηρικτικών αεροσκαφών σε περιφερειακές βάσεις.
Οι αυξημένες μεταφορές οπλισμού και πυρομαχικών υποδηλώνουν προετοιμασία για επιχειρησιακή αντοχή σε βάθος χρόνου και όχι για σύντομη, περιορισμένη επέμβαση.
Εκτιμήσεις των Αμερικανών συγκλίνουν στο ότι, σε περίπτωση αποτυχίας των διαπραγματεύσεων, μια ενδεχόμενη στρατιωτική επιχείρηση θα ξεπερνούσε το πλαίσιο μεμονωμένων πληγμάτων ακριβείας και θα εξελισσόταν σε εκστρατεία εβδομάδων με χαρακτηριστικά ευρείας κλίμακας σύγκρουσης.
Αυτό το σενάριο ενισχύεται από τη σταδιακή συσσώρευση δυνάμεων και από το πολιτικό κόστος που δημιουργεί η παρατεταμένη κινητοποίηση, περιορίζοντας τα περιθώρια ελιγμών της Ουάσιγκτον χωρίς απτές παραχωρήσεις από την Τεχεράνη στο πυρηνικό της πρόγραμμα.
Δυσφορία στον Λευκό Οίκο για τη στασιμότητα των συνομιλιών
Στον Λευκό Οίκο καταγράφεται αυξανόμενη δυσφορία για τη στασιμότητα των συνομιλιών, με συμβούλους να προειδοποιούν ότι η πολιτική υπομονή εξαντλείται και ότι το παράθυρο της διπλωματίας δεν θα παραμείνει ανοιχτό επ’ αόριστον.
Το Ιράν επιχειρεί να εκπέμψει μηνύματα αποτροπής και ετοιμότητας, προχωρώντας σε ναυτικές ασκήσεις στα Στενά του Ορμούζ και σε επιδείξεις στρατιωτικών δυνατοτήτων που αποσκοπούν τόσο στο εσωτερικό ακροατήριο όσο και στη διεθνή κοινότητα.
Αυτή η κινητικότητα σε συνδυασμό με την αυξημένη παρουσία αμερικανικών δυνάμεων, δημιουργεί ένα περιβάλλον υψηλού ρίσκου, όπου ακόμη και ένα περιορισμένο επεισόδιο θα μπορούσε να οδηγήσει σε ταχεία κλιμάκωση.
Αναλυτές επισημαίνουν ότι η τρέχουσα αμερικανική ανάπτυξη χαρακτηρίζεται από μεγαλύτερο «βάθος» και επιχειρησιακή βιωσιμότητα σε σχέση με προηγούμενες, πιο περιορισμένες παρεμβάσεις, προσφέροντας τη δυνατότητα διαρκούς αποτρεπτικής πίεσης.
Όμως, αυτή η στρατηγική αυξάνει και τον κίνδυνο εγκλωβισμού σε μια δυναμική κλιμάκωσης, όπου η πολιτική αξιοπιστία, οι συμμαχικές δεσμεύσεις και η ανάγκη επίδειξης ισχύος περιορίζουν τα περιθώρια αποκλιμάκωσης.
Σε αυτό το πλαίσιο, το επόμενο διάστημα αναμένεται κρίσιμο: είτε θα προκύψει μια στοιχειώδης διπλωματική διέξοδος που θα επιτρέψει την αποκλιμάκωση της έντασης, είτε η συσσώρευση στρατιωτικής ισχύος και η αποτυχία των συνομιλιών θα οδηγήσουν σε μια επικίνδυνη μετάβαση από τη «στρατιωτική διπλωματία» στην ανοιχτή σύγκρουση.