To νέο αμερικανικό σχέδιο για τον τερματισμό του πολέμου αποκαλύπτει δημοσίευμα του Economist. Το νέο σχέδιο των ΗΠΑ φέρεται να προβλέπει την ένταξη της Ουκρανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και ένα εκτεταμένο επενδυτικό πακέτο, με αντάλλαγμα την εγκατάλειψη της επιδίωξης του Κιέβου να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ.
Σύμφωνα με το βρετανικό περιοδικό, το σχέδιο περιλαμβάνει επίσης τη δημιουργία αποστρατιωτικοποιημένης ζώνης στο Ντονμπάς, την περιοχή της ανατολικής Ουκρανίας που περιλαμβάνει τις περιφέρειες του Λουγκάνσκ και του Ντονέτσκ.
Η Ρωσία θα μπορούσε να εξασφαλίσει εμπορικές συμφωνίες με αμερικανικές εταιρείες, χαλάρωση των κυρώσεων και αποκατάσταση των πολιτικών σχέσεών της με την Ουάσινγκτον.
Ακόμη το πακέτο φέρεται να προβλέπει την επανέναρξη των εξαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου προς την Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένης της επαναλειτουργίας των αγωγών Nord Stream.
Σύμφωνα με τον Economist, Ουκρανοί αξιωματούχοι έχουν ενημερωθεί για το γενικό πλαίσιο των προτάσεων, χωρίς ωστόσο να γνωρίζουν τις πλήρεις λεπτομέρειες του νέου αμερικανικού σχεδίου. Κατά συνέπεια, το Κίεβο δεν έχει αποφανθεί αν αποδέχεται ή όχι τους όρους του σχεδίου.
Σχολιάζοντας το θέμα, ένας Ουκρανός αξιωματούχος δήλωσε στο περιοδικό ότι στο Κίεβο επικρατεί ανησυχία πως οι Αμερικανοί διαπραγματευτές ενδέχεται να προχωρήσουν σε επικερδείς οικονομικές συμφωνίες με τη Μόσχα πριν από τον τερματισμό του πολέμου.
Σε μια τέτοια περίπτωση, σύμφωνα με την ουκρανική πλευρά, η Ρωσία θα μπορούσε να αποκομίσει οικονομικά και διπλωματικά οφέλη, ενώ οι εχθροπραξίες θα συνεχίζονταν.
Η Ουκρανία ζητά δεσμευτικές εγγυήσεις ασφαλείας
Το φερόμενο αμερικανικό σχέδιο ήρθε στη δημοσιότητα μετά τις κρίσιμες συναντήσεις που πραγματοποιήθηκαν στις 20 Οκτωβρίου στο Όσλο, με τη συμμετοχή του Προέδρου της Ουκρανίας, Βολοντίμιρ Ζελένσκι, του ειδικού απεσταλμένου των Ηνωμένων Πολιτειών, Στιβ Γουίτκοφ και Ευρωπαίων ηγετών.
Οι συζητήσεις επικεντρώθηκαν στην ασφάλεια της Ουκρανίας, στα εδαφικά ζητήματα, στις κυρώσεις κατά της Ρωσίας και στις οικονομικές προοπτικές της χώρας μετά τον πόλεμο.
Αμερικανοί αξιωματούχοι ανέφεραν, από την πλευρά τους, ότι οι διαπραγματεύσεις εξελίσσονται σε δύο παράλληλες κατευθύνσεις. Η πρώτη αφορά την κυριαρχία της Ουκρανίας, τις εγγυήσεις ασφαλείας, την ευρωπαϊκή ενσωμάτωση και την ανοικοδόμηση της χώρας. Η δεύτερη σχετίζεται με ένα ξεχωριστό πλαίσιο για τη Ρωσία και τις μελλοντικές ρυθμίσεις ασφαλείας.
Στη συνέχεια, στις 21 Οκτωβρίου, ο Γουίτκοφ συναντήθηκε με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν στην Αγία Πετρούπολη. Μετά τη συνάντηση αυτή, ο Ζελένσκι δήλωσε ότι η Ουάσινγκτον είχε μεταφέρει στο Κίεβο πως η Μόσχα ήταν ανοιχτή στην επανέναρξη τριμερών διαπραγματεύσεων με τη συμμετοχή της Ρωσίας, της Ουκρανίας και των Ηνωμένων Πολιτειών.
Ο Ουκρανός Πρόεδρος εκτίμησε ότι οι διαπραγματευτικές ομάδες θα μπορούσαν να συναντηθούν έως τις αρχές Νοεμβρίου, χωρίς ωστόσο να έχει οριστεί συγκεκριμένη ημερομηνία.
Στη συνέχεια, το Κρεμλίνο γνωστοποίησε ότι ο Πούτιν είναι καταρχήν έτοιμος να επαναλάβει τις συνομιλίες γύρω στα μέσα Νοεμβρίου. Την Παρασκευή ο Ντμίτρι Πέσκοφ το πήγε λίγο παραπέρα, επισημαίνοντας πως οι τριμερείς συνομιλίες ΗΠΑ, Ρωσίας και Ουκρανίας αναμένεται να επαναρχίσουν μέσα στις δύο πρώτες εβδομάδες του επόμενου μήνα στο Άμπου Ντάμπι.
Εγγυήσεις στα πρότυπα του Άρθρου 5 του ΝΑΤΟ
Η ουκρανική Κυβέρνηση επιδιώκει να εξασφαλίσει δεσμεύσεις ασφαλείας που θα μπορούν να εφαρμοστούν στην πράξη και δεν θα περιορίζονται σε πολιτικές διαβεβαιώσεις.
Ο Ζελένσκι έχει δηλώσει ότι η Ουκρανία διαπραγματεύεται με τις Ηνωμένες Πολιτείες εγγυήσεις ασφαλείας στα πρότυπα του Άρθρου 5 της Συνθήκης του ΝΑΤΟ, οι οποίες θα έχουν εγκριθεί από το αμερικανικό Κογκρέσο. Το Άρθρο 5 προβλέπει ότι μια ένοπλη επίθεση εναντίον ενός κράτους μέλους θεωρείται επίθεση εναντίον όλων των συμμάχων.
Ο Ουκρανός πρόεδρος έχει παρουσιάσει την ένταξη στο ΝΑΤΟ, τις διμερείς εγγυήσεις από τις ΗΠΑ και τη συμμετοχή της ευρωπαϊκής «Συμμαχίας των Προθύμων» ως συμπληρωματικά στοιχεία του πλαισίου ασφαλείας που επιδιώκει να εξασφαλίσει η χώρα του.
Μέχρι τώρα δεν έχει ανακοινωθεί οριστική συμφωνία για τις συγκεκριμένες εγγυήσεις.
Η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν εξαρτάται από τις ΗΠΑ
Παρά τις πληροφορίες για το περιεχόμενο της αμερικανικής πρότασης, η προσφορά ένταξης της Ουκρανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν συνεπάγεται ότι έχει συμφωνηθεί συγκεκριμένη ημερομηνία προσχώρησης ή ότι η χώρα θα μπορούσε να γίνει αυτομάτως κράτος μέλος.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, εξάλλου, δεν έχουν την αρμοδιότητα να αποφασίσουν την ένταξη μιας χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Σύμφωνα με τους ευρωπαϊκούς κανόνες διεύρυνσης, η διαδικασία απαιτεί ενταξιακές διαπραγματεύσεις, τη συγκατάθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ομόφωνη έγκριση από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και επικύρωση της συνθήκης προσχώρησης από όλα τα κράτη μέλη και την υποψήφια χώρα.
Προηγούμενο ειρηνευτικό σχέδιο, που είχε προωθηθεί με την υποστήριξη των ΗΠΑ, φέρεται να προέβλεπε ότι η Ουκρανία θα μπορούσε να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση ακόμη και τον Ιανουάριο του 2027. Ακόμα, η συγκεκριμένη πρόταση περιλάμβανε εδαφικές παραχωρήσεις και προϋπέθετε ότι οι Βρυξέλλες θα εξέταζαν αλλαγές στη διαδικασία διεύρυνσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ωστόσο, επρόκειτο για ένα προτεινόμενο χρονοδιάγραμμα και όχι για συμφωνημένη ημερομηνία ένταξης.
Το εμπόδιο της Ευρώπης στην επαναλειτουργία του Nord Stream
Και η επανέναρξη των ρωσικών εξαγωγών φυσικού αερίου προς την Ευρώπη θα απαιτούσε, όμως, αποφάσεις από την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Τον Ιανουάριο του 2026, η Ευρωπαϊκή Ένωση υιοθέτησε νομικά δεσμευτικό πλαίσιο για τη σταδιακή κατάργηση των εισαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου. Σύμφωνα με το πλαίσιο αυτό, οι εναπομείνασες μακροπρόθεσμες συμβάσεις προμήθειας ρωσικού υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) προβλέπεται να τερματιστούν από τον Ιανουάριο του 2027, ενώ οι εισαγωγές μέσω αγωγών θα σταματήσουν από το φθινόπωρο του ίδιου έτους.
Αναφορικά με τους αγωγούς Nord Stream, η γερμανική κυβέρνηση έχει εκφράσει ανοιχτά την αντίθεσή της στην επαναλειτουργία τους, οι οποίοι υπόκεινται επίσης σε αμερικανικές και ευρωπαϊκές κυρώσεις.
Συνεπώς, το υπό συζήτηση αμερικανικό πακέτο περιλαμβάνει ανταλλάγματα τα οποία η Ουάσινγκτον δεν μπορεί να εξασφαλίσει μονομερώς, καθώς τόσο η ένταξη της Ουκρανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και η ενδεχόμενη μόνιμη επιστροφή του ρωσικού φυσικού αερίου στην ευρωπαϊκή αγορά θα απαιτούσαν τη συμφωνία των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, παράλληλα με την επίτευξη μιας ειρηνευτικής διευθέτησης αποδεκτής από τη Μόσχα και το Κίεβο.