Σε μια από τις πιο κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις των τελευταίων ετών, το Ισραήλ προσέρχεται στις κάλπες την Τρίτη 27 Οκτωβρίου, με το πολιτικό μέλλον του Μπενιαμίν Νετανιάχου να βρίσκεται στο επίκεντρο της αναμέτρησης. Οι πρώτες εθνικές εκλογές μετά την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023 πραγματοποιούνται σε ένα περιβάλλον που εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από τις συνέπειες των πολεμικών συγκρούσεων, την κοινωνική πόλωση και τις έντονες διαφωνίες για την ασφάλεια και τη στρατηγική της χώρας.

Για τον μακροβιότερο πρωθυπουργό στην ιστορία του Ισραήλ, η εκλογική αναμέτρηση δεν αφορά απλώς μια ακόμη θητεία. Αποτελεί δοκιμασία για την πολιτική του παρακαταθήκη, καθώς η διαχείριση της επίθεσης του 2023, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις που ακολούθησαν και οι εσωτερικές αντιπαραθέσεις έχουν διαμορφώσει ένα ιδιαίτερα απαιτητικό πολιτικό σκηνικό.

Ο Νετανιάχου αντιμέτωπος με την αμφισβήτηση

Η επίθεση της 7ης Οκτωβρίου 2023 αποτέλεσε σημείο καμπής για το Ισραήλ, προκαλώντας σοκ στην ισραηλινή κοινωνία και έντονη κριτική για τις αποτυχίες του μηχανισμού ασφαλείας. Στο διάστημα που ακολούθησε, ο Νετανιάχου βρέθηκε αντιμέτωπος με πιέσεις για ανάληψη ευθυνών, ενώ η πορεία του πολέμου στη Γάζα και η διεύρυνση των περιφερειακών συγκρούσεων ενίσχυσαν τη συζήτηση για τις επιλογές της κυβέρνησής του.

Παρά τις πιέσεις, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός κατάφερε να διατηρήσει κεντρικό ρόλο στην πολιτική ζωή της χώρας, προβάλλοντας την εμπειρία του σε ζητήματα εθνικής ασφάλειας και τη στρατιωτική ισχύ του Ισραήλ ως βασικά στοιχεία της πολιτικής του.

Η στρατηγική του βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στην ανάγκη αντιμετώπισης των απειλών από το Ιράν και τις οργανώσεις που συνδέονται με αυτό, καθώς και στη στενή σχέση του με τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ. Ωστόσο, οι επικριτές του επιμένουν ότι η στρατιωτική δράση δεν αρκεί για να απαντήσει στα ερωτήματα σχετικά με τις ευθύνες για την 7η Οκτωβρίου, την ασφάλεια των πολιτών και την πολιτική προοπτική της χώρας.

Στην εσωτερική πολιτική σκηνή, η δίκη του για υποθέσεις διαφθοράς, την οποία ο ίδιος αρνείται, αλλά και οι αντιπαραθέσεις γύρω από τη δικαστική μεταρρύθμιση και τη συμμετοχή των υπερορθόδοξων Εβραίων στη στρατιωτική θητεία αποτελούν πρόσθετες πηγές έντασης.

Ο Γκάντι Άιζενκοτ και η πρόκληση της αντιπολίτευσης

Απέναντι στον Νετανιάχου βρίσκεται ο Γκάντι Άιζενκοτ, πρώην αρχηγός του ισραηλινού Γενικού Επιτελείου και επικεφαλής του κόμματος Γιασάρ, ο οποίος επιχειρεί να συγκεντρώσει δυνάμεις από διαφορετικούς πολιτικούς χώρους με στόχο την αλλαγή κυβέρνησης.

Ο Άιζενκοτ έχει συνδέσει την πολιτική του πρόταση με την ανάγκη λογοδοσίας για τις αποτυχίες ασφαλείας της 7ης Οκτωβρίου και τη συγκρότηση εξεταστικής επιτροπής σε εθνικό επίπεδο. Παράλληλα, ασκεί κριτική στη συνεργασία του Νετανιάχου με τα ακροδεξιά κόμματα, τα οποία διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στη σημερινή κυβερνητική συμμαχία.

Η αντιπολίτευση, ωστόσο, αντιμετωπίζει τη δική της πρόκληση: να μετατρέψει την εκλογική δυσαρέσκεια σε κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Το κατακερματισμένο πολιτικό σύστημα του Ισραήλ καθιστά τις συμμαχίες εξίσου σημαντικές με την εκλογική επίδοση των επιμέρους κομμάτων.

Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και ένα αποτέλεσμα που θα περιορίσει τη δύναμη του Νετανιάχου δεν θα οδηγήσει αυτομάτως στην αποχώρησή του από την πρωθυπουργία. Η αντιπολίτευση θα πρέπει να εξασφαλίσει την υποστήριξη αρκετών πολιτικών δυνάμεων, ώστε να συγκροτήσει βιώσιμη κυβέρνηση.

Το κρίσιμο όριο των 61 εδρών

Η νέα Κνεσέτ αποτελείται από 120 έδρες και για τον σχηματισμό κυβέρνησης απαιτείται η εξασφάλιση κοινοβουλευτικής στήριξης που να φτάνει τις 61 έδρες. Καθώς κανένα κόμμα δεν αναμένεται να εξασφαλίσει αυτοδύναμη πλειοψηφία, οι μετεκλογικές διαπραγματεύσεις αποκτούν καθοριστική σημασία.

Ο Νετανιάχου ενδέχεται να χρειαστεί εκ νέου τη στήριξη των ακροδεξιών εταίρων του, μεταξύ των οποίων ο Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ και ο Μπεζαλέλ Σμότριτς. Η συμμετοχή τους, ωστόσο, αποτελεί σημείο αντιπαράθεσης, καθώς η πολιτική τους ατζέντα επηρεάζει τόσο την εσωτερική διακυβέρνηση όσο και τη στάση του Ισραήλ απέναντι στους Παλαιστινίους και τη διεθνή κοινότητα.

Από την άλλη πλευρά, η αντιπολίτευση θα πρέπει να υπερβεί τις διαφορές μεταξύ των επιμέρους δυνάμεών της. Οι πολιτικές αποστάσεις, αλλά και οι διαφωνίες για ενδεχόμενες συνεργασίες με αραβικά κόμματα, δυσκολεύουν τη συγκρότηση ενός ενιαίου μετώπου.

Ιδιαίτερη σημασία θα έχει και η συμμετοχή των Αράβων πολιτών του Ισραήλ, καθώς η εκλογική τους συμπεριφορά μπορεί να επηρεάσει τις ισορροπίες σε μια αναμέτρηση όπου λίγες έδρες ενδέχεται να αποδειχθούν καθοριστικές.

Επομένως, το αποτέλεσμα της κάλπης δεν θα κρίνει από μόνο του ποιος θα κυβερνήσει. Η επόμενη ημέρα θα εξαρτηθεί από το αν κάποιος από τους δύο πολιτικούς πόλους θα καταφέρει να εξασφαλίσει τις απαραίτητες συμμαχίες ή αν η χώρα θα οδηγηθεί σε παρατεταμένο διάστημα διαπραγματεύσεων και νέας πολιτικής αβεβαιότητας.

Το Ιράν στο επίκεντρο της προεκλογικής αντιπαράθεσης

Πέρα από την εσωτερική πολιτική, το Ιράν αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες που θα επηρεάσουν την επόμενη ημέρα στο Ισραήλ.

Ο Νετανιάχου έχει αναγάγει την αντιμετώπιση της ιρανικής απειλής σε βασικό πυλώνα της πολιτικής του, υποστηρίζοντας ότι η στρατιωτική ισχύς και η στενή συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες είναι απαραίτητες για την προστασία της χώρας. Κατά την προεκλογική περίοδο, αξιοποίησε επίσης τη στήριξη του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος έχει ταχθεί δημόσια υπέρ της επανεκλογής του.

Η αντιπαράθεση με την Τεχεράνη δεν περιορίζεται, ωστόσο, στο στρατιωτικό πεδίο. Συνδέεται με το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, την επιρροή του στη Μέση Ανατολή και τη συνολικότερη στρατηγική αποτροπής που επιδιώκει το Ισραήλ.

Ο Άιζενκοτ έχει επίσης υποστηρίξει ότι το Ισραήλ πρέπει να εμποδίσει την απόκτηση στρατιωτικής πυρηνικής δυνατότητας από το Ιράν, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο τόσο της χρήσης ισχύος όσο και μιας διπλωματικής διευθέτησης με αμερικανική υποστήριξη.

Η πιθανότητα πολιτικής αλλαγής δεν σημαίνει, επομένως, ότι θα υπάρξει αναγκαστικά και ριζική μεταστροφή στην πολιτική ασφαλείας της χώρας. Οι διαφορές ενδέχεται να αφορούν περισσότερο τα μέσα, τις διεθνείς συνεργασίες και τον τρόπο διαχείρισης της αντιπαράθεσης παρά τον βασικό στόχο της αποτροπής του Ιράν.

Σε κάθε περίπτωση, η εξέλιξη των σχέσεων με την Τεχεράνη θα εξαρτηθεί όχι μόνο από το ποιος θα βρίσκεται στην πρωθυπουργία, αλλά και από τη στάση των ΗΠΑ, τις περιφερειακές ισορροπίες και τις αποφάσεις που θα ληφθούν για τη στρατιωτική και διπλωματική διαχείριση της κρίσης.

Τι σημαίνει ενδεχόμενη ήττα του Νετανιάχου

Μια εκλογική ήττα του Νετανιάχου θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για σημαντικές αλλαγές στην ισραηλινή πολιτική σκηνή, χωρίς όμως να συνεπάγεται άμεση και οριστική ανατροπή της σημερινής στρατηγικής της χώρας.

Σε πολιτικό επίπεδο, θα έθετε υπό αμφισβήτηση τη συνέχιση της συνεργασίας με τα ακροδεξιά κόμματα και θα δημιουργούσε περιθώρια για διαφορετικές προτεραιότητες στη διακυβέρνηση. Η λογοδοσία για τις αποτυχίες της 7ης Οκτωβρίου, η λειτουργία των θεσμών και η διαχείριση των εσωτερικών κοινωνικών διαιρέσεων θα μπορούσαν να βρεθούν ψηλότερα στην ατζέντα μιας νέας κυβέρνησης.

Στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής, πάντως, τα περιθώρια αλλαγής θα ήταν πιο σύνθετα. Η αντιμετώπιση του Ιράν, η ασφάλεια στα βόρεια σύνορα, το μέλλον της Γάζας και οι σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν ζητήματα που υπερβαίνουν την προσωπική πολιτική διαδρομή ενός πρωθυπουργού.

Παράλληλα, μια ενδεχόμενη αποχώρησή του από την εξουσία δεν θα σήμαινε ότι θα εξαφανιζόταν αυτομάτως η πολιτική επιρροή του. Η κοινοβουλευτική δύναμη του κόμματός του και η δυνατότητα συμμετοχής του σε μελλοντικές πολιτικές διεργασίες θα εξαρτηθούν από την κατανομή των εδρών και τις συμμαχίες που θα προκύψουν.

Υπάρχει, επίσης, το ενδεχόμενο κανένα από τα δύο στρατόπεδα να μην καταφέρει να συγκεντρώσει την απαιτούμενη πλειοψηφία. Σε αυτή την περίπτωση, ο σχηματισμός κυβέρνησης θα μπορούσε να καθυστερήσει σημαντικά, ενώ ο Νετανιάχου θα είχε τη δυνατότητα να παραμείνει επικεφαλής υπηρεσιακής κυβέρνησης μέχρι να ξεκαθαρίσει το πολιτικό τοπίο ή να προκηρυχθούν νέες εκλογές.

Η επόμενη ημέρα και τα μηνύματα της κάλπης

Οι κάλπες αναμένεται να κλείσουν στις 22:00, τοπική ώρα Ισραήλ, με τα exit polls να δίνουν τις πρώτες ενδείξεις για τη διαμόρφωση του εκλογικού αποτελέσματος. Η πλήρης εικόνα, ωστόσο, μπορεί να χρειαστεί περισσότερο χρόνο, ιδίως εάν οι έδρες κατανεμηθούν με τρόπο που δεν επιτρέπει σε κάποιο στρατόπεδο να σχηματίσει εύκολα κυβέρνηση.

Η διαδικασία προβλέπει ότι, μετά την οριστικοποίηση των αποτελεσμάτων, ο πρόεδρος του Ισραήλ, Ισαάκ Χέρτζογκ, θα διαβουλευθεί με τους πολιτικούς αρχηγούς και θα αναθέσει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον υποψήφιο που θεωρεί ότι διαθέτει τις περισσότερες πιθανότητες να εξασφαλίσει κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Ο εντολοδόχος θα έχει έως 42 ημέρες για να ολοκληρώσει τη διαδικασία.

Το διακύβευμα, συνεπώς, είναι ευρύτερο από την παραμονή ή την αποχώρηση ενός πρωθυπουργού. Οι εκλογές θα καταγράψουν τη στάση της ισραηλινής κοινωνίας απέναντι στη διαχείριση της ασφάλειας, στην πορεία των πολέμων, στις εσωτερικές πολιτικές συγκρούσεις και στις προοπτικές της χώρας σε μια ιδιαίτερα ασταθή περιοχή.

Για τον Νετανιάχου, το αποτέλεσμα θα αποτελέσει κρίσιμο σταθμό σε μια μακρά πολιτική διαδρομή. Για την αντιπολίτευση, θα είναι μια δοκιμασία της δυνατότητάς της να μετατρέψει την αμφισβήτηση της κυβέρνησης σε εναλλακτική πρόταση εξουσίας.

Και για το Ισραήλ συνολικά, η επόμενη ημέρα θα εξαρτηθεί από το αν η κάλπη θα οδηγήσει σε σαφείς πολιτικές ισορροπίες ή σε έναν νέο κύκλο διαπραγματεύσεων, με την ασφάλεια, το Ιράν και το μέλλον της ευρύτερης περιοχής να παραμένουν ανοιχτά ζητήματα.