Εξιτήριο από το νοσοκομείο πήρε η Κρίστα Πάικ, αφότου επέζησε από την εκτέλεσή της, στο Τενεσί.

Η Πάικ μεταφέρθηκε ξανά στο Κέντρο Αποκατάστασης Ντέμπορα Κ. Τζόνσον στο Νάσβιλ, την γυναικεία φυλακή όπου παρέμεινε για 30 χρόνια, όπως ανέφεραν οι δικηγόροι της σε δήλωση, σύμφωνα με το AP.

«Η Κρίστα Πάικ πήρε εξιτήριο από ένα τοπικό νοσοκομείο και βρίσκεται πλέον στο Κέντρο Αποκατάστασης Ντέμπορα Κ. Τζόνσον, όπου κρατείται εδώ και περισσότερα από 30 χρόνια», ανέφεραν σε δήλωση το Σάββατο οι δικηγόροι της, Στίβεν Φέρελ, Λουκ Ίχεν, Ράντι Σπάιβι και Κέλι Γκλίσον.

«Είναι ευγνώμων προς τους πρώτους διασώστες και την ιατρική της ομάδα για τη φροντίδα που της παρείχαν υπό αυτές τις εξαιρετικές συνθήκες. Συνεχίζει να λαμβάνει ιατρική περίθαλψη στη φυλακή και θα συνεχίσουμε να παρακολουθούμε την ανάρρωσή της», ανέφεραν.

Υπενθυμίζεται πως οι δικηγόροι της είχαν ανακοινώσει πριν από δύο ημέρες πως η 50χρονη σηκωνόταν από το κρεβάτι και περπατούσε, εμφανίζοντας σύγχυση και προβλήματα με τη μνήμη της. 

Η καταδίκη σε θάνατο 

Η Κρίστα Πάικ είχε προγραμματιστεί να εκτελεστεί για τη δολοφονία της Κολίν Σλέμερ το 1995, όταν ήταν 18 ετών. Ο τότε σύντροφός της Πάικ, Τάνταριλ Σιπ και μία ακόμη νεαρή, η Σαντόλα Πίτερσον είχαν οδηγήσει τη Σλέμερ σε δασική περιοχή στο Νόξβιλ, όπου τη βασάνισαν και τη σκότωσαν.

Από τους τρεις, μόνο η Πάικ αντιμετώπισε κατηγορία που μπορούσε να οδηγήσει σε θανατική ποινή. Ο Σιπ ήταν τότε 17 ετών και δεν μπορούσε να καταδικαστεί σε θάνατο. Καταδικάστηκε σε ισόβια και πλέον έχει δικαίωμα να ζητήσει αποφυλάκιση υπό όρους. Η Πίτερσον κατέθεσε εναντίον των δύο και καταδικάστηκε με αναστολή.

Το 2001, ενώ βρισκόταν ήδη στη φυλακή, η Πάικ καταδικάστηκε και για απόπειρα ανθρωποκτονίας πρώτου βαθμού μετά από επίθεση σε συγκρατούμενή της.

Η υπόθεσή της είχε προκαλέσει διεθνές ενδιαφέρον, καθώς θα ήταν η πρώτη γυναίκα που θα εκτελούνταν στο Τενεσί έπειτα από περισσότερα από 200 χρόνια.

Οργανώσεις κατά της θανατικής ποινής και υποστηρικτές της Πάικ είχαν ζητήσει να μετατραπεί η ποινή της, επικαλούμενοι τόσο την ηλικία της όταν διέπραξε το έγκλημα όσο και στοιχεία για σωματική και σεξουαλική κακοποίηση που είχε υποστεί στην παιδική της ηλικία.

Η εκτέλεση 

Στις 30 Σεπτεμβρίου, σύμφωνα με έγγραφα που κατέθεσαν οι δικηγόροι της, της χορηγήθηκαν δύο δόσεις θανατηφόρων φαρμάκων με ένεση, ωστόσο η ίδια συνέχισε να αναπνέει για σχεδόν μία ώρα. Οι Αρχές διέκοψαν τελικά τη διαδικασία και άρχισαν να της παρέχουν επείγουσα ιατρική φροντίδα.

Μάρτυρες που βρίσκονταν στον χώρο ανέφεραν ότι η Πάικ εξακολουθούσε να μιλά, να αναπνέει και να ροχαλίζει μετά τη χορήγηση των ουσιών. Ο δικηγόρος της δήλωσε ότι οι αρμόδιοι προσπαθούσαν επί περίπου μία ώρα να βρουν φλέβα χρησιμοποιώντας τουλάχιστον επτά βελόνες μόνο στο αριστερό της χέρι. Μετά τη δεύτερη χορήγηση του φαρμάκου, σύμφωνα με τον ίδιο, το χέρι της άρχισε να αποκτά μωβ χρώμα.

Οι παριστάμενοι κλήθηκαν στη συνέχεια να αποχωρήσουν χωρίς να γνωρίζουν αν η Πάικ ήταν ακόμη ζωντανή. Δύο ημέρες αργότερα, οι δικηγόροι της ανέφεραν σε δικαστικό έγγραφο ότι νοσηλευόταν σε κρίσιμη κατάσταση σε νοσοκομείο της περιοχής του Νάσβιλ, όπου οι γιατροί προσπαθούσαν να απομακρύνουν την πεντοβαρβιτάλη από τον οργανισμό της.

Σύμφωνα με την ίδια κατάθεση, όταν έφτασε στο νοσοκομείο και τα δύο χέρια της ήταν «πρησμένα, με εγκαύματα και γεμάτα φουσκάλες».

Το Death Penalty Information Center ανέφερε ότι πρόκειται για την πρώτη γνωστή περίπτωση ανθρώπου που επιβίωσε αφού του χορηγήθηκαν θανατηφόρες δόσεις φαρμάκων στο πλαίσιο εκτέλεσης.

Τι είναι η πεντοβαρβιτάλη

Το πρωτόκολλο θανατηφόρας ένεσης του Τενεσί προβλέπει τη χρήση πεντοβαρβιτάλης, ενός βαρβιτουρικού που δρα στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Η ουσία έχει εγκριθεί από τον αμερικανικό Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων για ιατρικές χρήσεις, μεταξύ άλλων για τη βραχυπρόθεσμη αντιμετώπιση της αϋπνίας, για επιληπτικές κρίσεις και ως προαναισθητικό πριν από χειρουργικές επεμβάσεις. Ο FDA, ωστόσο, δεν ρυθμίζει τη χρήση φαρμάκων όταν αυτά χρησιμοποιούνται για εκτελέσεις.

Οι δικηγόροι της Πάικ είχαν αμφισβητήσει το πρωτόκολλο της διαδικασίας, υποστηρίζοντας ότι μια αιματολογική διαταραχή και οι μικρές φλέβες της αύξαναν τον κίνδυνο επιπλοκών, πόνου και αιμορραγίας. Είχαν επίσης ζητήσει να εξεταστούν εναλλακτικές μέθοδοι, όπως το εκτελεστικό απόσπασμα ή ο απαγχονισμός. Από την πλευρά του, το σωφρονιστικό σύστημα του Τενεσί είχε υποστηρίξει ότι τηρήθηκε το προβλεπόμενο πρωτόκολλο και ότι η συγκεκριμένη μέθοδος είχε εφαρμοστεί αποτελεσματικά στο παρελθόν.