Τη σύνδεση της αμερικανικής βοήθειας ασφαλείας και των στρατιωτικών πωλήσεων προς την Τουρκία με μετρήσιμη πρόοδο στα ανθρώπινα δικαιώματα και στο κράτος δικαίου προβλέπει νομοθετική πρωτοβουλία που κατατέθηκε στα δύο σώματα του αμερικανικού Κογκρέσου.
Το νομοσχέδιο, με τίτλο «Turkey Human Rights Promotion Act of 2026», παρουσίασε στη Βουλή των Αντιπροσώπων η Δημοκρατική βουλευτής Ντίνα Τάιτους, ενώ αντίστοιχη πρόταση κατέθεσε στη Γερουσία ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Εντ Μάρκι.
Η πρωτοβουλία προβλέπει περιορισμούς σε συγκεκριμένες μορφές αμερικανικής βοήθειας ασφαλείας προς την Άγκυρα, εκτός εάν ο υπουργός Εξωτερικών πιστοποιήσει ότι η τουρκική κυβέρνηση έχει προχωρήσει σε ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις που θα έχουν διάρκεια και συνέπεια.
Ειδικότερα, το νομοσχέδιο ορίζει ότι δεν θα μπορούν να δεσμεύονται ή να δαπανώνται κονδύλια για την Τουρκία στο πλαίσιο της Εξωτερικής Στρατιωτικής Χρηματοδότησης, των Πωλήσεων Στρατιωτικού Υλικού σε Ξένες Χώρες και άλλων προγραμμάτων βοήθειας ασφαλείας, εάν δεν πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Σε αυτές περιλαμβάνονται αποδεδειγμένα βήματα για τη μείωση του αριθμού των πολιτικών κρατουμένων και των κρατουμένων συνείδησης, καθώς και η απελευθέρωση όσων κρατούνται αποκλειστικά για την ειρηνική άσκηση των δικαιωμάτων τους.
Η τουρκική κυβέρνηση θα πρέπει επίσης να έχει περιορίσει την καταχρηστική εφαρμογή της αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας και των νόμων περί παραπληροφόρησης για την ποινικοποίηση της ειρηνικής έκφρασης, της πολιτικής δράσης και της συμμετοχής σε οργανώσεις.
Το νομοσχέδιο θέτει ακόμη ως προϋπόθεση τη συμμόρφωση της Τουρκίας με δεσμευτικές αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, περιλαμβανομένων των αποφάσεων που αφορούν τον ακτιβιστή Οσμάν Καβαλά και τον Κούρδο πολιτικό Σελαχατίν Ντεμιρτάς.
Παράλληλα, ζητείται από την ‘Αγκυρα να τερματίσει τη συστηματική άσκηση διακρατικής καταστολής, δηλαδή ενέργειες με τις οποίες κρατικοί φορείς στοχοποιούν στο εξωτερικό επικριτές της τουρκικής κυβέρνησης ή πρόσωπα που ασκούν θεμελιώδεις ελευθερίες.
Η προτεινόμενη απαγόρευση δεν είναι απόλυτη. Ο υπουργός Εξωτερικών θα μπορεί να χορηγεί εξαίρεση κατά περίπτωση, εφόσον κρίνει ότι η συνέχιση της βοήθειας ή της συνεργασίας εξυπηρετεί ζωτικό συμφέρον εθνικής ασφάλειας των Ηνωμένων Πολιτειών.
Σε αυτή την περίπτωση θα πρέπει να ενημερώνει τις αρμόδιες επιτροπές του Κογκρέσου, να αιτιολογεί την απόφασή του και να περιγράφει τις προσπάθειες της αμερικανικής κυβέρνησης για την προώθηση των προβλεπόμενων μεταρρυθμίσεων στην Τουρκία.
Το νομοσχέδιο καθορίζει ως πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών την άσκηση πίεσης προς την Τουρκία για την τήρηση των δημοκρατικών και διεθνών υποχρεώσεών της.
Σε χωριστές, μη δεσμευτικές διατάξεις, εκφράζεται επίσης η θέση του Κογκρέσου υπέρ της προστασίας της ελευθερίας του Τύπου και του Διαδικτύου, της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης και της απρόσκοπτης άσκησης του δικηγορικού λειτουργήματος.
Παράλληλα, το νομοσχέδιο εκφράζει τη θέση ότι, εάν η τουρκική κυβέρνηση δεν λάβει άμεσα αποτελεσματικά μέτρα, ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών θα πρέπει να εξετάσει την επιβολή κυρώσεων βάσει του νόμου Global Magnitsky σε Τούρκους αξιωματούχους που θεωρούνται υπεύθυνοι ή συνένοχοι για σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Στις παραβιάσεις αυτές περιλαμβάνονται η πολιτικά υποκινούμενη κράτηση δημοσιογράφων και άλλων προσώπων, οι αυθαίρετες διώξεις και οι περιορισμοί στην ελευθερία της έκφρασης.
Αντίστοιχα, το νομοσχέδιο καλεί την αμερικανική κυβέρνηση να εξετάσει την επιβολή περιορισμών θεωρήσεων εισόδου, στο πλαίσιο της πολιτικής που είναι γνωστή ως «Khashoggi Ban», σε πρόσωπα που φέρονται να συμμετείχαν άμεσα σε σοβαρές ενέργειες καταστολής αντιφρονούντων εκτός των τουρκικών συνόρων.
Οι περιορισμοί αυτοί θα μπορούν, κατά περίπτωση, να επεκτείνονται και στα μέλη των οικογενειών τους.
Σε αυτό το πλαίσιο, προβλέπεται ότι το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και η αμερικανική Υπηρεσία Διεθνούς Ανάπτυξης θα κληθούν να ενισχύσουν την υποστήριξη προς ανεξάρτητους δημοσιογράφους, μέσα ενημέρωσης και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών στην Τουρκία.
Η υποστήριξη θα αφορά ακόμη οργανώσεις που καταγράφουν παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή παρέχουν νομική και άλλη βοήθεια σε θύματα πολιτικά υποκινούμενων διώξεων.
Η πρόταση προβλέπει την υποβολή ετήσιας έκθεσης προς το Κογκρέσο για περίοδο πέντε ετών και ότι η πρώτη έκθεση θα πρέπει να υποβληθεί εντός 180 ημερών από την έναρξη ισχύος του νόμου.
Στην έκθεση θα καταγράφονται, μεταξύ άλλων, ο αριθμός και το νομικό καθεστώς των πολιτικών κρατουμένων, οι συνθήκες κράτησής τους, οι περιορισμοί στην ελευθερία της έκφρασης και του Τύπου, η καταστολή κομμάτων και στελεχών της αντιπολίτευσης και τα περιστατικά διακρατικής καταστολής.
Θα εξετάζεται επίσης η ενδεχόμενη χρήση αγαθών, υπηρεσιών ή τεχνολογιών αμερικανικής προέλευσης για παρακολούθηση, λογοκρισία ή άλλες σοβαρές παραβιάσεις δικαιωμάτων, καθώς και οι κυρώσεις ή οι περιορισμοί θεωρήσεων που επέβαλε η αμερικανική κυβέρνηση.
«Η Τουρκία είναι σύμμαχος στο ΝΑΤΟ, αλλά αυτή η συμμαχία συνεπάγεται υποχρεώσεις, όπως η προσήλωση στους δημοκρατικούς κανόνες και ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τις οποίες η Τουρκία δεν εκπληρώνει», ανέφερε η βουλευτής Ντίνα Τάιτους.
Η Δημοκρατική βουλευτής κατηγόρησε την κυβέρνηση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ότι τα τελευταία χρόνια έχει φυλακίσει πολιτικούς κρατουμένους και δημοσιογράφους, έχει ασκήσει διώξεις εναντίον δικηγόρων και έχει χρησιμοποιήσει ασαφείς αντιτρομοκρατικές διατάξεις για τη στοχοποίηση θρησκευτικών και εθνοτικών μειονοτήτων.
Από την πλευρά του, ο γερουσιαστής Εντ Μάρκι άσκησε κριτική στην πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ απέναντι στην ‘Αγκυρα, υποστηρίζοντας ότι η τουρκική κυβέρνηση συνεχίζει να φυλακίζει δημοσιογράφους, πολιτικά ενεργά πρόσωπα και μέλη μειονοτικών κοινοτήτων.
Στις διαπιστώσεις που συνοδεύουν το νομοσχέδιο αναφέρεται ότι, μετά την απόπειρα πραξικοπήματος του 2016, οι τουρκικές αρχές απομάκρυναν ή έθεσαν σε διαθεσιμότητα περισσότερα από 60.000 στελέχη της αστυνομίας και των ενόπλων δυνάμεων, περίπου 125.000 δημοσίους υπαλλήλους και σχεδόν το ένα τρίτο του δικαστικού σώματος.
Τέλος, το κείμενο του νομοσχεδίου επικαλείται εκτίμηση της οργάνωσης Prison Insider, σύμφωνα με την οποία περίπου 43.000 πολιτικοί κρατούμενοι παραμένουν στις τουρκικές φυλακές.