Δύο εκλογικές αναμετρήσεις, σε δύο χώρες που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή των διεθνών εξελίξεων, είναι έτοιμες να επηρεάσουν τις γεωπολιτικές ισορροπίες πολύ πέρα από τα σύνορά τους. Το Ισραήλ και οι Ηνωμένες Πολιτείες εισέρχονται σε μια κρίσιμη πολιτική περίοδο, με το αποτέλεσμα των εκλογών να συνδέεται άμεσα με την πορεία του πολέμου στο Ιράν, τη σταθερότητα της Μέσης Ανατολής και τις προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας.
Στο Ισραήλ, η εκλογική αναμέτρηση της 27ης Οκτωβρίου αποτελεί μια καθοριστική δοκιμασία για τον Μπενιαμίν Νετανιάχου, ο οποίος επιχειρεί να διατηρήσει την εξουσία έπειτα από μια περίοδο πολεμικών συγκρούσεων και έντονης αμφισβήτησης. Μία εβδομάδα αργότερα, στις 3 Νοεμβρίου, οι Αμερικανοί ψηφοφόροι θα αναδείξουν το νέο Κογκρέσο, σε μια αναμέτρηση που μπορεί να επηρεάσει τη δυνατότητα του Ντόναλντ Τραμπ να εφαρμόσει την πολιτική του, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό.
Οι δύο κάλπες δεν αποτελούν ανεξάρτητα γεγονότα. Αντιθέτως, συνδέονται μέσω της στρατηγικής συνεργασίας Ουάσιγκτον και Ιερουσαλήμ, της αντιπαράθεσης με την Τεχεράνη και του αυξανόμενου οικονομικού κόστους που προκαλεί ο πόλεμος. Το διακύβευμα, επομένως, δεν αφορά μόνο την πολιτική επιβίωση δύο ηγετών, αλλά και την κατεύθυνση που θα ακολουθήσει η διεθνής κοινότητα σε μια περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας.
Νετανιάχου: Η ασφάλεια ως εκλογικό διακύβευμα
Για τον Μπενιαμίν Νετανιάχου, η εκλογική αναμέτρηση διεξάγεται υπό τη βαριά σκιά της επίθεσης της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023 και των πολεμικών επιχειρήσεων που ακολούθησαν. Η ασφάλεια παραμένει στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης, ωστόσο η διαχείριση των κρίσεων, οι ευθύνες για τις αποτυχίες του παρελθόντος και το οικονομικό κόστος των παρατεταμένων συγκρούσεων εξακολουθούν να επιβαρύνουν την εικόνα της κυβέρνησης.
Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός έχει επενδύσει πολιτικά στην προβολή της στρατιωτικής ισχύος και στην ανάγκη περιορισμού της ιρανικής επιρροής. Η σκληρή στάση απέναντι στην Τεχεράνη αποτελεί κεντρικό στοιχείο της στρατηγικής του, καθώς επιδιώκει να εμφανιστεί ως ο ηγέτης που μπορεί να εγγυηθεί την ασφάλεια της χώρας απέναντι σε απειλές που θεωρεί υπαρξιακές.
Ωστόσο, η εκλογική μάχη δεν αφορά αποκλειστικά την εξωτερική πολιτική. Η ακρίβεια, οι πιέσεις στα εισοδήματα, οι αυξημένες αμυντικές δαπάνες και η κόπωση της κοινωνίας από τη διαρκή πολεμική κινητοποίηση συνθέτουν ένα σύνθετο περιβάλλον για το εκλογικό σώμα.
Επιπλέον, η επόμενη ημέρα της κάλπης παραμένει αβέβαιη. Το ισραηλινό εκλογικό σύστημα καθιστά κρίσιμη τη συγκρότηση κοινοβουλευτικών συμμαχιών, καθώς κανένα κόμμα δεν θεωρείται δεδομένο ότι θα εξασφαλίσει αυτοδύναμη πλειοψηφία. Έτσι, ακόμη και αν το αποτέλεσμα δεν αναδείξει έναν ξεκάθαρο νικητή, οι μετεκλογικές διαπραγματεύσεις θα καθορίσουν ποιος θα κυβερνήσει και με ποιους όρους.
Η παραμονή του Νετανιάχου στην εξουσία θα μπορούσε να ενισχύσει τη συνέχεια της υφιστάμενης στρατηγικής απέναντι στο Ιράν. Μια πολιτική αλλαγή, από την άλλη πλευρά, δεν θα σήμαινε απαραίτητα ριζική ανατροπή των ισραηλινών επιλογών, καθώς η αντιμετώπιση της Τεχεράνης αποτελεί ευρύτερη προτεραιότητα για σημαντικό μέρος του πολιτικού συστήματος.
Τραμπ και Κογκρέσο: Η εσωτερική πολιτική συναντά τον πόλεμο
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου αποτελούν κρίσιμο τεστ για τον Ντόναλντ Τραμπ. Η αναμέτρηση για τον έλεγχο του Κογκρέσου θα επηρεάσει τη δυνατότητα του προέδρου να προωθήσει την ατζέντα του, αλλά και το πολιτικό περιθώριο που διαθέτει για τη συνέχιση ή την κλιμάκωση της στρατιωτικής αντιπαράθεσης με το Ιράν.
Ο πόλεμος έχει εξελιχθεί σε σημαντικό παράγοντα εσωτερικής πολιτικής πίεσης. Η αύξηση του ενεργειακού κόστους, οι επιπτώσεις στις τιμές των καυσίμων και η επιβάρυνση των νοικοκυριών ενισχύουν τη δυσαρέσκεια, σε μια περίοδο κατά την οποία η οικονομία εξακολουθεί να αποτελεί βασικό κριτήριο για τους ψηφοφόρους.
Για τον Τραμπ, η πρόκληση είναι διπλή. Από τη μία πλευρά, επιδιώκει να διατηρήσει την εικόνα ενός προέδρου που αντιμετωπίζει αποφασιστικά τις απειλές κατά των ΗΠΑ και των συμμάχων τους. Από την άλλη, καλείται να περιορίσει τις οικονομικές συνέπειες μιας σύγκρουσης που επηρεάζει άμεσα το κόστος ζωής.
Η στάση του απέναντι στον Νετανιάχου αποκτά, επομένως, ιδιαίτερη σημασία. Η πολιτική στήριξη προς τον Ισραηλινό πρωθυπουργό συνδέεται με την κοινή στρατηγική απέναντι στο Ιράν, αλλά δεν αναιρεί την ανάγκη της αμερικανικής κυβέρνησης να υπολογίζει το εσωτερικό πολιτικό κόστος κάθε νέας στρατιωτικής επιχείρησης.
Μια ενδεχόμενη μεταβολή των συσχετισμών στο Κογκρέσο θα μπορούσε να περιορίσει τους χειρισμούς του Λευκού Οίκου ή να ενισχύσει τις πιέσεις για αλλαγή πορείας. Δεν θα σήμαινε, ωστόσο, αυτομάτως ανατροπή της αμερικανικής πολιτικής απέναντι στην Τεχεράνη. Η τελική κατεύθυνση θα εξαρτηθεί από τον συνδυασμό των κοινοβουλευτικών ισορροπιών, των στρατιωτικών εξελίξεων και των οικονομικών πιέσεων.
Το Ιράν στο επίκεντρο: Νέα επίθεση ή αναζήτηση διεξόδου;
Το μεγαλύτερο γεωπολιτικό διακύβευμα των δύο εκλογικών αναμετρήσεων αφορά το μέλλον της αντιπαράθεσης με το Ιράν. Η στρατιωτική εκστρατεία ΗΠΑ και Ισραήλ έχει πλήξει σημαντικούς στόχους, χωρίς να έχει επιτύχει την ανατροπή του ιρανικού καθεστώτος. Η Τεχεράνη εξακολουθεί να διαθέτει τη δυνατότητα να προκαλεί αναταράξεις στην περιοχή και να επιβαρύνει σημαντικά το κόστος οποιασδήποτε νέας στρατιωτικής επιχείρησης.
Η ρητορική του Νετανιάχου και του Τραμπ διατηρεί ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων επιθέσεων. Και οι δύο ηγέτες έχουν αφήσει να εννοηθεί ότι η αντιπαράθεση δεν έχει ολοκληρωθεί, ενισχύοντας τους φόβους για νέα κλιμάκωση μετά τις εκλογές.
Ωστόσο, η χρονική συγκυρία περιπλέκει τους σχεδιασμούς τους. Μια νέα στρατιωτική επιχείρηση πριν από την ολοκλήρωση των εκλογικών διαδικασιών θα μπορούσε να προκαλέσει νέα άνοδο στις τιμές της ενέργειας και να ενισχύσει την πολιτική δυσαρέσκεια. Μια επίθεση μετά τις κάλπες, από την άλλη πλευρά, θα μπορούσε να οδηγήσει σε αντίποινα και σε επέκταση της σύγκρουσης.
Η Τεχεράνη έχει προειδοποιήσει ότι ενδεχόμενα νέα πλήγματα θα μπορούσαν να προκαλέσουν ευρύτερη περιφερειακή αναμέτρηση, με απειλές που δεν περιορίζονται σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Ενεργειακές υποδομές, αμερικανικές βάσεις, θαλάσσιες μεταφορές και κρίσιμα δίκτυα επικοινωνιών θα μπορούσαν να βρεθούν στο επίκεντρο μιας νέας φάσης αντιπαράθεσης.
Παράλληλα, παραμένει ανοιχτό το ερώτημα κατά πόσο η στρατιωτική πίεση μπορεί να οδηγήσει σε πολιτική αλλαγή στο Ιράν. Η αποδυνάμωση των στρατιωτικών δυνατοτήτων μιας χώρας δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη την κατάρρευση του πολιτικού της συστήματος. Αντιθέτως, μια παρατεταμένη σύγκρουση μπορεί να ενισχύσει τη διάθεση αντίστασης, να σκληρύνει τη στάση της ηγεσίας και να περιορίσει τα περιθώρια διπλωματικού συμβιβασμού.
Το αποτέλεσμα των εκλογών θα επηρεάσει, συνεπώς, όχι μόνο το εάν θα συνεχιστούν οι στρατιωτικές επιχειρήσεις, αλλά και το εάν θα υπάρξει χώρος για διαπραγματεύσεις. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν οι ηγεσίες θα επιλέξουν να αξιοποιήσουν την πολιτική τους ισχύ για να επιδιώξουν μια διέξοδο ή για να εντείνουν την πίεση προς την αντίπαλη πλευρά.
Στενά του Ορμούζ: Το ενεργειακό μέτωπο με παγκόσμιες συνέπειες
Η σύγκρουση έχει ήδη αποδείξει ότι οι επιπτώσεις ενός πολέμου στη Μέση Ανατολή δεν περιορίζονται στο πεδίο των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Η διαταραχή των ενεργειακών ροών και η αβεβαιότητα γύρω από τη λειτουργία των Στενών του Ορμούζ έχουν μετατρέψει την περιοχή σε κομβικό σημείο για την παγκόσμια οικονομία.
Από το συγκεκριμένο θαλάσσιο πέρασμα διακινείται σημαντικό μέρος του πετρελαίου και του φυσικού αερίου που τροφοδοτούν τις διεθνείς αγορές. Οποιοσδήποτε περιορισμός της ναυσιπλοΐας ή παρατεταμένη απειλή για την ασφάλεια των μεταφορών μπορεί να προκαλέσει απότομες μεταβολές στις τιμές, αυξάνοντας το κόστος της ενέργειας και εντείνοντας τις πληθωριστικές πιέσεις.
Οι αγορές δεν αντιδρούν μόνο στις πραγματικές ελλείψεις, αλλά και στον κίνδυνο μελλοντικών διαταραχών. Η αβεβαιότητα μπορεί να ενισχύσει τις διακυμάνσεις στις τιμές του πετρελαίου, να αυξήσει το κόστος ασφάλισης των θαλάσσιων μεταφορών και να οδηγήσει σε ανατιμήσεις σε προϊόντα και υπηρεσίες.
Σε αυτό το περιβάλλον, οι πολιτικές αποφάσεις στην Ουάσιγκτον και την Ιερουσαλήμ αποκτούν οικονομική διάσταση. Μια νέα επίθεση κατά του Ιράν θα μπορούσε να προκαλέσει νέα αναταραχή στις ενεργειακές αγορές, ενώ μια αποκλιμάκωση θα δημιουργούσε προϋποθέσεις για περιορισμό του κινδύνου και σταδιακή αποκατάσταση της εμπιστοσύνης.
Η ενεργειακή ασφάλεια αναδεικνύεται έτσι σε καθοριστικό παράγοντα της διεθνούς πολιτικής. Οι κυβερνήσεις καλούνται να σταθμίσουν όχι μόνο τους στρατιωτικούς στόχους τους, αλλά και τις συνέπειες που θα έχουν οι επιλογές τους στις οικονομίες και στις κοινωνίες τους.
Η παγκόσμια οικονομία αντιμέτωπη με ένα νέο κύμα αβεβαιότητας
Οι οικονομικές επιπτώσεις της σύγκρουσης διαχέονται πολύ πέρα από τη Μέση Ανατολή. Η άνοδος του ενεργειακού κόστους επιβαρύνει τις μεταφορές, τη βιομηχανία και την παραγωγή, ενώ η αύξηση των τιμών περιορίζει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το κόστος των καυσίμων έχει αναδειχθεί σε πολιτικά ευαίσθητο ζήτημα. Για μια κυβέρνηση που βρίσκεται αντιμέτωπη με εκλογική δοκιμασία, η διατήρηση υψηλών τιμών στην ενέργεια μπορεί να μετατραπεί σε σοβαρό μειονέκτημα. Στο Ισραήλ, οι αυξημένες αμυντικές ανάγκες και η παρατεταμένη αβεβαιότητα επιβαρύνουν τα δημόσια οικονομικά και δημιουργούν πρόσθετες πιέσεις στην καθημερινότητα των πολιτών.
Οι συνέπειες δεν περιορίζονται στις δύο χώρες. Η Ευρώπη, λόγω της εξάρτησής της από τις διεθνείς ενεργειακές αγορές και των στενών εμπορικών της δεσμών με την ευρύτερη περιοχή, παραμένει ευάλωτη σε νέες ανατιμήσεις και διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα.
Εάν η κρίση παραταθεί, το υψηλότερο κόστος ενέργειας θα μπορούσε να δυσκολέψει την αποκλιμάκωση του πληθωρισμού, να περιορίσει την κατανάλωση και να επιβαρύνει τις επιχειρήσεις. Οι οικονομίες που διαθέτουν μικρότερα περιθώρια δημοσιονομικής παρέμβασης ενδέχεται να αντιμετωπίσουν ακόμη μεγαλύτερες δυσκολίες στην προστασία των νοικοκυριών τους.
Για την παγκόσμια οικονομία, το βασικό ερώτημα είναι εάν η κρίση θα παραμείνει ελεγχόμενη ή θα εξελιχθεί σε μια ευρύτερη περιφερειακή σύγκρουση με μακροχρόνιες επιπτώσεις. Η απάντηση θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τις αποφάσεις που θα ληφθούν τις επόμενες ημέρες και εβδομάδες.
Η επόμενη ημέρα: Τρεις δρόμοι για τη Μέση Ανατολή
Μετά τις δύο εκλογικές αναμετρήσεις, διαγράφονται τρία βασικά ενδεχόμενα για την πορεία της κρίσης.
Το πρώτο είναι η συνέχιση της υφιστάμενης στρατηγικής, με διατήρηση της πίεσης προς το Ιράν και ενδεχόμενο νέων στρατιωτικών επιχειρήσεων. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να διατηρήσει υψηλό τον κίνδυνο περιφερειακής κλιμάκωσης και να παρατείνει την αβεβαιότητα στις αγορές.
Το δεύτερο είναι η εντατικοποίηση της στρατιωτικής αντιπαράθεσης, με νέα πλήγματα και αντίποινα που θα μπορούσαν να επεκτείνουν τη σύγκρουση σε περισσότερες χώρες και κρίσιμες υποδομές. Σε αυτό το σενάριο, οι επιπτώσεις στην ενεργειακή ασφάλεια, στις εμπορικές μεταφορές και στην παγκόσμια οικονομία θα μπορούσαν να γίνουν πολύ πιο σοβαρές.
Το τρίτο είναι η αναζήτηση μιας διπλωματικής διεξόδου. Παρά τη σκληρή ρητορική, η οικονομική επιβάρυνση, οι στρατιωτικοί κίνδυνοι και η πολιτική πίεση θα μπορούσαν να δημιουργήσουν κίνητρα για διαπραγματεύσεις. Μια τέτοια εξέλιξη, ωστόσο, θα απαιτούσε συμβιβασμούς και εγγυήσεις που προς το παρόν δεν θεωρούνται δεδομένα.
Κανένα από αυτά τα ενδεχόμενα δεν μπορεί να θεωρηθεί βέβαιο. Ακόμη και αν οι κάλπες οδηγήσουν σε αλλαγές ηγεσίας ή κοινοβουλευτικών συσχετισμών, οι στρατηγικές προτεραιότητες των εμπλεκόμενων κρατών δεν θα μεταβληθούν απαραίτητα από τη μια ημέρα στην άλλη.
Η ψήφος που ξεπερνά τα εθνικά σύνορα
Οι εκλογές στο Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες αναδεικνύουν μια πραγματικότητα της σύγχρονης διεθνούς πολιτικής: οι αποφάσεις που λαμβάνονται σε εθνικό επίπεδο μπορούν να έχουν άμεσες συνέπειες για εκατομμύρια ανθρώπους σε ολόκληρο τον κόσμο.
Η παραμονή ή η αποχώρηση του Νετανιάχου από την εξουσία, οι νέες ισορροπίες στο αμερικανικό Κογκρέσο και η στάση του Τραμπ απέναντι στο Ιράν θα διαμορφώσουν ένα σημαντικό μέρος της επόμενης φάσης της κρίσης. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο ποιος θα επικρατήσει στις κάλπες, αλλά πώς θα αξιοποιήσει την πολιτική εντολή που θα λάβει.
Για τη Μέση Ανατολή, το διακύβευμα είναι η αποφυγή ενός νέου, ευρύτερου πολέμου. Για τις διεθνείς αγορές, είναι η σταθερότητα των ενεργειακών ροών και η συγκράτηση του κόστους. Για την Ευρώπη και τις υπόλοιπες οικονομίες, είναι ο περιορισμός των επιπτώσεων μιας κρίσης που μπορεί να μετατραπεί σε παράγοντα παρατεταμένης οικονομικής αστάθειας.
Οι επόμενες ημέρες δεν θα καθορίσουν αναγκαστικά την τελική έκβαση της σύγκρουσης. Θα δείξουν, όμως, εάν οι πολιτικές ηγεσίες έχουν τη δυνατότητα και τη βούληση να περιορίσουν την κρίση ή εάν οι εκλογικές τους επιδιώξεις και οι στρατηγικές επιλογές τους θα οδηγήσουν σε έναν ακόμη πιο επικίνδυνο κύκλο αντιπαράθεσης.
Σε αυτή την εξίσωση, το αποτέλεσμα της κάλπης μπορεί να είναι εθνικό, αλλά οι συνέπειές του θα είναι παγκόσμιες.