Η φράση του Χακάν Φιντάν ήταν σύντομη, αλλά έκρυβε σημαντική παραδοχή.

Ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας αναγνώρισε ότι η προσπάθεια της Άγκυρας να ξεπεράσει το αδιέξοδο με τις Ηνωμένες Πολιτείες και να επιστρέψει στο πρόγραμμα των μαχητικών αεροσκαφών F-35 δεν εξελίσσεται με την ταχύτητα που υπολόγιζε η τουρκική πλευρά.

«Παίρνει λίγο περισσότερο χρόνο από ό,τι περιμέναμε», ανέφερε ο Φιντάν, μιλώντας στη Νέα Υόρκη σε εκδήλωση της Τουρκικής Διεύθυνσης Επικοινωνιών με θέμα τις σχέσεις Τουρκίας – ΗΠΑ.

Η αναφορά αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς το ζήτημα των F-35 βρίσκεται στο επίκεντρο μιας ευρύτερης διαπραγμάτευσης ανάμεσα στην Άγκυρα και την Ουάσιγκτον, η οποία αφορά όχι μόνο την αγορά αεροσκαφών αλλά συνολικά τον ρόλο της Τουρκίας στο δυτικό σύστημα ασφαλείας. Η Άγκυρα επιχειρεί να αποκαταστήσει μια σχέση που τα τελευταία χρόνια δοκιμάστηκε έντονα, όμως το βασικό εμπόδιο παραμένει: η υπόθεση των ρωσικών αντιαεροπορικών συστημάτων S-400.

Η Τουρκία ήταν αρχικά ένας από τους βασικούς εταίρους του προγράμματος ανάπτυξης του F-35. Η συμμετοχή της δεν περιοριζόταν μόνο στην πρόθεση αγοράς αεροσκαφών. Τουρκικές εταιρείες είχαν εμπλακεί στην παραγωγική αλυσίδα του προγράμματος, κατασκευάζοντας εξαρτήματα για το μαχητικό. Η εικόνα άλλαξε όταν η Άγκυρα προχώρησε στην αγορά του ρωσικού συστήματος S-400.

Η Ουάσιγκτον υποστήριξε ότι η συνύπαρξη ενός ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος με το F-35 θα μπορούσε να δημιουργήσει κινδύνους για την ασφάλεια των δεδομένων και των τεχνολογιών του αμερικανικού μαχητικού.

Η Τουρκία απέρριψε τις αμερικανικές ανησυχίες, υποστηρίζοντας ότι η αγορά των S-400 ήταν αναγκαία για την ενίσχυση της αεράμυνάς της και ότι θα μπορούσε να διασφαλιστεί η μη διασύνδεση των δύο συστημάτων.

Η διαφωνία όμως οδήγησε σε πολιτική σύγκρουση.

Η Άγκυρα απομακρύνθηκε από το πρόγραμμα F-35, η Ουάσιγκτον επέβαλε κυρώσεις βάσει του νόμου CAATSA και η Τουρκία έχασε την πρόσβαση σε ένα πρόγραμμα που θεωρούσε κρίσιμο για το μέλλον της αεροπορικής της ισχύος.

Το παζάρι Ερντογάν – Τραμπ και η προσπάθεια επανεκκίνησης

Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο δημιούργησε στην Άγκυρα προσδοκίες ότι το ζήτημα μπορεί να λυθεί πολιτικά.

Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έχει επενδύσει στη σχέση του με τον Αμερικανό πρόεδρο και η τουρκική κυβέρνηση θεωρεί ότι υπάρχει μεγαλύτερο περιθώριο διαπραγμάτευσης σε σχέση με προηγούμενες περιόδους.

Σύμφωνα με τον Φιντάν, κατά τη συνάντηση των δύο ηγετών στον Λευκό Οίκο συμφωνήθηκε ότι το ζήτημα πρέπει να αντιμετωπιστεί «το συντομότερο δυνατόν».

Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη.

Το θέμα δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την προεδρική βούληση. Εμπλέκονται το αμερικανικό Κογκρέσο, οι μηχανισμοί ασφαλείας των ΗΠΑ και οι ανησυχίες συμμάχων της Ουάσιγκτον.

Για την Τουρκία, η επιστροφή στο πρόγραμμα των F-35 θα αποτελούσε πολιτική επιτυχία, καθώς θα σηματοδοτούσε την αποκατάσταση μιας σχέσης που έχει υποστεί σοβαρά πλήγματα.

Για τις ΗΠΑ, όμως, παραμένει το ερώτημα πώς μπορεί να συνδυαστεί η συνεργασία με την Άγκυρα με τις ανησυχίες που προκάλεσε η επιλογή των S-400.