Στις αρχές της δεύτερης θητείας του, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ επιθυμούσε μια τόσο στενή διασύνδεση του Καναδά με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ώστε επιχείρησε ακόμη και να τον καταστήσει την 51η πολιτεία της χώρας. Αντ’ αυτού, έσπρωξε τον Καναδά στην αγκαλιά της Ευρωπαϊκής Ενωσης, καθώς επί μήνες προκαλούσε τους πολίτες του, χλεύαζε τον πρωθυπουργό του και διεξήγε ανελέητο εμπορικό πόλεμο εναντίον του, αναφέρεται σε δημοσίευμα των Νew Υork Τimes.

Η πρόσκληση που απηύθυνε χθες, Τετάρτη, η Ευρωπαϊκή Ενωση στον Καναδά να καταστεί «συνδεδεμένο μέλος» αποτελεί ένδειξη των παράπλευρων συνεπειών της διπλωματικής τακτικής του Τραμπ, η οποία συχνά περιλαμβάνει απειλές κατά χωρών που κάποτε θεωρούνταν οι στενότεροι σύμμαχοι της Αμερικής, προστίθεται στο δημοσίευμα.

Και ακόμη και αν η κίνηση της Ε.Ε. αποδειχθεί τελικά περισσότερο συμβολική παρά ουσιαστική, καταδεικνύει πώς ο Τραμπ ανατρέπει τις παγκόσμιες σχέσεις με τρόπους που θα είναι δύσκολο να αναστραφούν.

«Θα πρέπει να εκλάβουμε αυτή την κίνηση του Καναδά και της Ε.Ε. ως άμεση συνέπεια των ενεργειών και της ρητορικής του Τραμπ», σύμφωνα με τον Τζέιμς Μπάτσικ, αναπληρωτή διευθυντή του Atlantic Council. «Η ρητορική περί μετατροπής του Καναδά στην 51η πολιτεία, καθώς και οι απειλές κατά της Γροιλανδίας –ζητήματα που εξακολουθούν να προκαλούν έντονες αντιδράσεις και να παραμένουν στη μνήμη των Βρυξελλών– υπενθυμίζουν και στις δύο πλευρές ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν αποτελούν πλέον απαραίτητα τον αξιόπιστο σύμμαχο που ήταν κάποτε».

Σε διάφορες φάσεις, η επιθετική και εκφοβιστική στάση του Τραμπ απέναντι στον Καναδά φάνηκε να φέρνει τα αντίθετα αποτελέσματα, θυμίζουν οι ΝΥΤ. Ο εμπορικός πόλεμος που κήρυξε προκάλεσε προβλήματα στους δοκιμαζόμενους Ρεπουμπλικανούς σε πολιτείες-κλειδιά, θέτοντας σε κίνδυνο τις προσπάθειές τους να ελέγξουν τη Γερουσία. Παράλληλα, η εχθρική του στάση απέναντι στην καναδική ηγεσία συνέβαλε στην εκλογική νίκη του Φιλελεύθερου Κόμματος της χώρας – το οποίο αντιμετώπιζε δυσκολίες και δεν πρόσκειται φιλικά στον Τραμπ.

Ο Αμερικανός πρόεδρος αντέδρασε με οργή στο άνοιγμα της Ε.Ε. προς τον Καναδά, μιλώντας σε δημοσιογράφους χθες, Τετάρτη, βράδυ.

«Ο Καναδάς υπήρξε απαράδεκτος εμπορικός εταίρος», δήλωσε, ενώ πρόσθεσε: «Αν εκτιμήσω ότι πρόκειται για εχθρική ενέργεια, ακόμη και ασήμαντη, θα επιβάλω πολύ αυστηρούς δασμούς ή θα σταματήσω τις εμπορικές συναλλαγές με την Ευρώπη σε πολλούς τομείς. Επομένως, αν το κάνουν αυτό –αν η Ευρώπη προβεί σε μια τέτοια κίνηση με κακή πρόθεση (διότι αν η πρόθεση είναι καλή, δεν υπάρχει πρόβλημα)–, θα επιβάλουμε πολύ βαρείς δασμούς στην Ευρώπη· είναι κάτι που ενδέχεται να συμβεί».

Η εστίαση Τραμπ στο Δυτικό Ημισφαίριο

Η αντιπαράθεση του Τραμπ με τον Καναδά εντάσσεται στην έντονη εστίασή του στο Δυτικό Ημισφαίριο, μια περιοχή που οι προηγούμενοι Αμερικανοί πρόεδροι στο πρόσφατο παρελθόν –συνήθως απορροφημένοι από τη Μέση Ανατολή και την Ασία– είχαν συχνά παραμελήσει.

Ο Τραμπ, ενθαρρυμένος από μια αμερικανική επιχείρηση που οδήγησε στην ανατροπή του ηγέτη της Βενεζουέλας, έχει στρέψει φέτος το βλέμμα του σε άλλες χώρες του Δυτικού Ημισφαιρίου. Εχει ασκήσει τεράστια οικονομική πίεση στην Κούβα, προτείνοντας μάλιστα «φιλική εξαγορά». Εχει απειλήσει να καταλάβει τη Διώρυγα του Παναμά και να αποσπάσει τη Γροιλανδία από τη Δανία.

Στις περιπτώσεις της Κούβας και της Βενεζουέλας, την πολιτική του Τραμπ καθοδηγεί ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, Κουβανοαμερικανός, του οποίου το ενδιαφέρον για τη Λατινική Αμερική πηγάζει από την έντονη αντισοσιαλιστική του ιδεολογία. Ο Ρούμπιο έχει επιδείξει πολύ μικρότερο δημόσιο ενθουσιασμό για τις εδαφικές διεκδικήσεις του Τραμπ απ’ ό,τι για τον εκδημοκρατισμό της περιοχής.

Ωστόσο, η εμμονή του Τραμπ με τον Καναδά εδράζεται κυρίως στο εμπόριο και στην οικονομία, και όχι σε εδαφικά ή πολιτικά ζητήματα, όπως επισημαίνεται στην ανάλυση των ΝΥΤ.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ ξεκίνησε τη δεύτερη θητεία του απειλώντας τον προηγούμενο ηγέτη του Καναδά, Τζάστιν Τριντό –τον οποίο ο Τραμπ είχε χλευάσει δημόσια–, ότι θα καταργούσε μονομερώς τις συμφωνίες που διέπουν τις σχέσεις μεταξύ των δύο γειτονικών χωρών εδώ και πάνω από έναν αιώνα.

Εχει επιβάλει δασμούς στον Καναδά –που, μαζί με το Μεξικό, αποτελούν τους δύο σημαντικότερους εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ– οι οποίοι πλήττουν καίρια βασικούς οικονομικούς τομείς της χώρας, όπως η αυτοκινητοβιομηχανία, ο χάλυβας, το αλουμίνιο και η ξυλεία.

Η παγκόσμια τάξη των «μεσαίων δυνάμεων»

Εν μέρει λόγω των επιθέσεων του Τραμπ, οι Καναδοί συσπειρώθηκαν γύρω από τον διάδοχο του Τριντό, τον σημερινιό πρωθυπουργό Μαρκ Κάρνεϊ, ο οποίος κέρδισε έδαφος πολιτικά ως πολέμιος του Αμερικανού προέδρου. Φέτος, ο Κάρνεϊ εκφώνησε ομιλία στο Νταβός της Ελβετίας ζητώντας μια νέα παγκόσμια τάξη πραγμάτων που δεν θα καθοδηγείται πλέον από την Αμερική, κάτι που ώθησε τους παρευρισκόμενους πολιτικούς και επιχειρηματικούς ηγέτες να σηκωθούν όρθιοι και να τον χειροκροτήσουν θερμά σε μια σπάνια εκδήλωση επιδοκιμασίας.

«Οι μεσαίες δυνάμεις πρέπει να δράσουν από κοινού, διότι, αν δεν καθόμαστε στο τραπέζι, γινόμαστε μέρος του μενού», δήλωσε ο Κάρνεϊ.

Η Λιάνα Φιξ, ανώτερη ερευνήτρια για θέματα Ευρώπης στο Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων, δήλωσε ότι δεν είναι σαφές τι θα σήμαινε η απόκτηση καθεστώτος «συνδεδεμένου μέλους» της Ε.Ε. για τον Καναδά, πέρα ​​από τις ήδη υφιστάμενες συμφωνίες εμπορίου και άμυνας. Ωστόσο, ο Καναδάς και η Ευρωπαϊκή Ενωση πρόκειται να συναντηθούν σε σύνοδο κορυφής στα τέλη Οκτωβρίου, οπότε και αναμένεται να παρουσιάσουν πιο συγκεκριμένες προτάσεις.

Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, έχει δηλώσει ότι ο Καναδάς και η Ευρώπη θα μπορούσαν να συνεργαστούν στενότερα σε ζητήματα που αφορούν την Αρκτική, τις αμυντικές βιομηχανικές τους βάσεις και τα κρίσιμα ορυκτά.

«Η Ε.Ε. θέλει να στείλει το μήνυμα ότι οι μεσαίες δυνάμεις έχουν λόγο και δεν πρόκειται να υποκύψουν σε εκφοβισμούς της κυβέρνησης Τραμπ», δήλωσε η Φιξ. Η αντίδραση του Καναδά και των Ευρωπαίων ηγετών δεν προκαλεί ίσως έκπληξη, δεδομένης της τάσης του Τραμπ να επιτίθεται σε συμμάχους και να επιδιώκει καλές σχέσεις με ιστορικούς αντιπάλους, παρατήρησε ο Μπάτσικ. «Ο Ντόναλντ Τραμπ δείχνει επιείκεια απέναντι σε ορισμένους από τους αντιπάλους μας –με κυριότερους τη Ρωσία και την Κίνα–, ενώ επιμένει και επιδεικνύει μάλιστα μια διάθεση ικανοποίησης όταν προκαλεί τους άλλοτε εν δυνάμει συμμάχους μας», σχολίασε ακόμη ο Μπάτσικ.

«Βλέπουμε πλέον πολλούς στην Ευρώπη να το λαμβάνουν σοβαρά υπόψη και να λένε: “Εντάξει, αν ισχύει όντως αυτό, αν έτσι σκοπεύουν να συμπεριφέρονται οι Ηνωμένες Πολιτείες στους συμμάχους τους, τότε εκείνοι θα αναζητήσουν αλλού εταίρους”». Ενδέχεται αυτό να εξελιχθεί σε μια «στροφή μιας ολόκληρης γενιάς μακριά από τις Ηνωμένες Πολιτείες», πρόσθεσε, «ή τουλάχιστον θα απαιτηθεί σημαντική ενέργεια και χρόνος για την αποκατάσταση αυτών των σχέσεων».