Πιο κοντά στη λήξη του πολέμου με την Ουκρανία βαδίζει η Ρωσία, σύμφωνα με τα όσα δήλωσε εμμέσως την Κυριακή ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν, μετά τις εκδηλώσεις για την Ημέρα της Νίκης στη Μόσχα.
Σε μία ασυνήθιστη δήλωση, ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν ανέφερε ότι πιστεύει πως ο πόλεμος στην Ουκρανία «οδεύει προς το τέλος του».
Επρόκειτο για την πρώτη ουσιαστική ένδειξη από τον Πούτιν ότι ο πόλεμος που ο ίδιος ξεκίνησε ίσως πλησιάζει σε μια κατάληξη. Η αναφορά έγινε έπειτα από μια εκτενή αναδρομή στις αποτυχημένες διαπραγματεύσεις κατά την έναρξη της ρωσικής εισβολής το 2022 και διατυπώθηκε με εξαιρετικά λιτό τρόπο.
Ωστόσο, όπως σημειώνει σε ανάλυσή του το CNN, ο Πούτιν δεν είναι άνθρωπος που μιλάει επιπόλαια ή παρορμητικά. Η σπάνια αυτή απόκλιση από τη συνήθη, αδιάλλακτη στάση του ενδέχεται να είχε στόχο να διατηρήσει ζωντανή την εντύπωση ότι μπορεί σύντομα να επιτευχθεί ειρήνη στην Ουκρανία, μια εικόνα που το Κρεμλίνο επιδιώκει εδώ και καιρό να καλλιεργεί.
Ωστόσο, ακόμη κι έτσι, σε μια ημέρα όπου η Μόσχα επιδείκνυε πλήρως τη στρατιωτική της ισχύ, ο Πούτιν επέλεξε να μην υιοθετήσει τη γνωστή μαξιμαλιστική ρητορική ότι δηλαδή η «ειδική στρατιωτική επιχείρηση» πρέπει να συνεχιστεί μέχρι να επιτευχθούν οι στόχοι της, δηλαδή «η αποστρατιωτικοποίηση της Ουκρανίας και η πλήρης κατάληψη του ανατολικού Ντονμπάς».
Αντίθετα, ο Πούτιν φάνηκε να εκφράζει το κυρίαρχο αίσθημα στη Ρωσία, όπως αυτό καταγράφεται και σε πρόσφατες δημοσκοπήσεις, ότι ο πόλεμος πρέπει να τελειώσει σύντομα.
Ο Πούτιν επιφύλασσε μία ακόμη έκπληξη καθώς πρότεινε τον Γκέρχαρντ Σρέντερ, καγκελάριο της Γερμανίας από το 1998 έως το 2005, κατά τον «μήνα του μέλιτος» του Πούτιν με τη Δύση, ως πιθανό διαπραγματευτή για μελλοντικές απευθείας συνομιλίες με την Ευρώπη.
Ο Σρέντερ ήταν πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του ρωσικού αγωγού φυσικού αερίου Nord Stream έως ότου παραιτήθηκε μετά την εισβολή του 2022, ωστόσο παρέμεινε στενά συνδεδεμένος με τον Πούτιν. Η σχέση αυτή έχει πλήξει σοβαρά την εικόνα του στα μάτια πολλών Ευρωπαίων, ενώ η πρώτη αντίδραση στην Ευρώπη απέναντι στην ιδέα αυτή φέρεται να ήταν χλιαρή.
Παρ’ όλα αυτά, η πρόταση ενδέχεται να βρει απήχηση στην Ουάσιγκτον και να περιπλέξει περαιτέρω τις ουσιαστικές προσπάθειες για την προώθηση μιας ειρηνευτικής διαδικασίας.
Είναι εύκολο να δει κανείς τη νέα ρητορική του Πούτιν περί διπλωματίας μέσα από το πρίσμα της τελευταίας χρονιάς, κατά την οποία εμφανιζόταν να παίζει με την ιδέα της ειρήνης χωρίς ουσιαστική πρόθεση. Ωστόσο, η κυρίαρχη αντίληψη ότι η εξουσία του Πούτιν δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς μια σχεδόν ολοκληρωτική νίκη στην Ουκρανία φαίνεται πλέον να αμφισβητείται.
Οι αυξανόμενες επικρίσεις μέσα στη Ρωσία για τον τρόπο διεξαγωγής του πολέμου, τη διάρκειά του και το τεράστιο ανθρώπινο και οικονομικό κόστος του έχουν αλλάξει το κλίμα. Στους κύκλους της ρωσικής ελίτ αρχίζει να διαμορφώνεται ψιθυριστά η άποψη ότι ο Πούτιν ίσως τελικά να μην επιβιώσει πολιτικά από τον πόλεμο.
Η παρέλαση στην Κόκκινη Πλατεία δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί επίδειξη ισχύος για το Κρεμλίνο. Λίγο πριν από την εκδήλωση, ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι δήλωσε ειρωνικά ότι «επιτρέπει» τη διεξαγωγή της, ξεκαθαρίζοντας πως οι ουκρανικές δυνάμεις δεν θα χτυπήσουν την περιοχή. Η κίνηση αυτή έδειξε ότι το Κίεβο δεν αισθάνεται πως βρίσκεται σε αδύναμη θέση.
Η απουσία ρωσικού στρατιωτικού εξοπλισμού από την παρέλαση αποτελεί έντονη αντίθεση με τις επιδείξεις των προηγούμενων ετών, όταν δυτικοί ειδικοί στα οπλικά συστήματα παρατηρούσαν με προσοχή ακόμη και τις μικρότερες αναβαθμίσεις στα νέα μοντέλα αρμάτων μάχης.
Φέτος, η Μόσχα παρέταξε μόνο στρατιώτες, που ακόμη κι αυτοί φαίνεται να βρίσκονται σε έλλειψη.
Για χρόνια, στην Ευρώπη επικρατούσε η ελπίδα ότι η Ρωσία κάποια στιγμή θα κατέρρεε εξαιτίας του πολέμου στην Ουκρανία. Χωρίς άμεση στρατιωτική εμπλοκή της Ευρώπης ή του ΝΑΤΟ, αυτή κατέληξε να είναι ουσιαστικά η μοναδική στρατηγική της ηπείρου: να ασκεί πίεση και να ελπίζει ότι η Μόσχα θα λυγίσει πριν από το Κίεβο. Με την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο πέρυσι, η Ευρώπη είχε ακόμη λιγότερες εναλλακτικές.
Η πορεία του πολέμου τα τελευταία τέσσερα χρόνια χαρακτηρίστηκε από επιτυχίες και αποτυχίες και για τις δύο πλευρές. Οι αρχικές αποτυχίες της Μόσχας δεν την εμπόδισαν να καταλάβει και να διατηρήσει εδάφη, ορισμένα από τα οποία αργότερα έχασε. Στη συνέχεια, η επίμονη στρατηγική φθοράς της Ρωσίας οδήγησε στη σταδιακή κατάληψη μικρών τμημάτων του μετώπου, εξαντλώντας το περιορισμένο ανθρώπινο δυναμικό της Ουκρανίας.
Πέρυσι, το Κίεβο έμοιαζε να βρίσκεται σε εξαιρετικά δύσκολη θέση, με περιορισμένους πόρους και χωρίς την πλήρη στήριξη του σημαντικότερου συμμάχου του, των Ηνωμένων Πολιτειών. Ωστόσο, η αίσθηση γύρω από αυτή τη νέα μεταστροφή των εξελίξεων είναι διαφορετική για δύο λόγους.
Πρώτον, η κατάρρευση του ηθικού στη Ρωσία είναι πλέον αισθητή. Σε ένα αστυνομικό κράτος, αυτό συμβαίνει μόνο όταν μια κρίσιμη μάζα δυσαρέσκειας αρχίζει να αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως πλειοψηφία και αποκτά αρκετή αυτοπεποίθηση ώστε να υψώσει δημόσια τη φωνή της.
Ο Πούτιν έχει επιβιώσει και στο παρελθόν από τη σφοδρή κριτική για τον πόλεμο, όπως όταν η σύντομη ανταρσία του Γεβγκένι Πριγκόζιν κατέρρευσε τόσο θεαματικά όσο και ξεκίνησε το 2023.
Ωστόσο, ο Πούτιν φαίνεται να εξαντλεί τα αποθέματα φτωχών Ρώσων και καταδίκων που στρατολογούνται για να σταλούν σε κακοσχεδιασμένες επιθέσεις ως αναλώσιμοι, ενώ παράλληλα δυσκολεύεται να προσελκύσει νέους από τη μεσαία τάξη στις τάξεις του στρατού.
Η ρωσική οικονομία βιώνει πλέον πραγματικά τις πιέσεις του πολέμου. Η δυσαρέσκεια στις τάξεις της ελίτ φαίνεται να είναι αρκετά έντονη ώστε ο Πούτιν να αισθάνεται υποχρεωμένος να τους καθησυχάσει, αφήνοντας να εννοηθεί -μέσω δηλώσεων που μεταδόθηκαν το Σάββατο από τα κρατικά μέσα ενημέρωσης- ότι ο πόλεμος ίσως πλησιάζει προς το τέλος του.
Πολλά βέβαια μπορούν ακόμη να αλλάξουν, ενώ η φερόμενη συγκέντρωση ρωσικών στρατευμάτων κατά μήκος της γραμμής του μετώπου ενδέχεται να οδηγήσει σε νέα προέλαση. Ωστόσο, το Κρεμλίνο βρίσκεται σε δύσκολη θέση.
Η δεύτερη αλλαγή αφορά την κατάσταση των Ουκρανών. Και αυτοί αντιμετωπίζουν έλλειψη στρατιωτών, ίσως ακόμη πιο σοβαρή, όμως διαθέτουν άφθονα ρομποτικά και μη επανδρωμένα συστήματα.
Η σχεδόν αμελητέα πρόοδος της Ρωσίας στο μέτωπο οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός ότι το Κίεβο έχει βρει τρόπους να επιτίθεται, να ανεφοδιάζει τις δυνάμεις του, να απομακρύνει τραυματίες και να αναχαιτίζει ρωσικές επιθέσεις χρησιμοποιώντας μη επανδρωμένα οχήματα και drones.
Πρόκειται για ένα πραγματικά αξιοσημείωτο επίτευγμα, η σημασία του οποίου στον σύγχρονο πόλεμο αναδείχθηκε όταν τα πλούσια κράτη του Κόλπου έσπευσαν τον Μάρτιο στον Ζελένσκι ζητώντας βοήθεια για την προστασία του εναέριου χώρου τους από τα ιρανικά drones.
Ο Ουκρανός πρόεδρος φαίνεται πλέον να έχει πράγματι «τα χαρτιά» για να συνεχίσει να πολεμά, παρά το γεγονός ότι ο Τραμπ είχε δηλώσει πέρυσι πως δεν είχε κανένα. Η Μόσχα έχει καλύψει τεχνολογικά κενά και στο παρελθόν και γι’ αυτό η Ουκρανία θα πρέπει να προσέξει.
Ωστόσο, διαγράφεται ένα καλοκαίρι κατά το οποίο, παρά το γεγονός ότι ο πόλεμος με το Ιράν στερεί από την Ουκρανία την παγκόσμια προσοχή που έχει επειγόντως ανάγκη, το Κίεβο παραμένει όρθιο, επιβιώνοντας απέναντι σε εξαιρετικά άνισες συνθήκες, επειδή απλώς δεν υπήρχε άλλη επιλογή.
Την ίδια στιγμή, η πεποίθηση του Πούτιν ότι οι κρατικοί πόροι της Ρωσίας είναι ανεξάντλητοι αρχίζει σταδιακά να αποδεικνύεται ως αυταπάτη. Όλοι οι πόλεμοι τελειώνουν και ίσως ο Πούτιν να το έχει πλέον αντιληφθεί.