Ευρωπαϊκές υπηρεσίες πληροφοριών εκτιμούν ότι η Ρωσία δεν επιδιώκει άμεσο τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία και χρησιμοποιεί τις συνομιλίες με τις ΗΠΑ για στρατηγικά οφέλη, την ώρα που η Ουάσιγκτον εμφανίζεται πιο αισιόδοξη για την προοπτική συμφωνίας.

Ειδικότερα, οι επικεφαλής πέντε ευρωπαϊκών μυστικών υπηρεσιών, που μίλησαν στο Reuters υπό καθεστώς ανωνυμίας, εκτιμούν ότι η Ρωσία δεν επιδιώκει γρήγορο τέλος του πολέμου. Τέσσερις από αυτούς ανέφεραν ότι η Μόσχα χρησιμοποιεί τις συνομιλίες με τις ΗΠΑ για να προωθήσει άρση κυρώσεων και επιχειρηματικές συμφωνίες.

Ο τελευταίος γύρος συνομιλιών, που πραγματοποιήθηκε αυτή την εβδομάδα στη Γενεύη, αποτελεί «διαπραγματευτικό θέατρο», δήλωσε ένας από τους αξιωματούχους.

Οι εκτιμήσεις αυτές αναδεικνύουν βαθιά απόκλιση μεταξύ ευρωπαϊκών πρωτευουσών και Λευκού Οίκου. Η Ουκρανία αναφέρει ότι η Ουάσιγκτον επιδιώκει συμφωνία έως τον Ιούνιο, ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου, ενώ ο Τραμπ δηλώνει ότι πιστεύει πως ο Βλαντίμιρ Πούτιν θέλει συμφωνία.

«Η Ρωσία δεν επιδιώκει ειρηνευτική συμφωνία. Επιδιώκει τους στρατηγικούς της στόχους, και αυτοί δεν έχουν αλλάξει», δήλωσε ένας επικεφαλής υπηρεσίας. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η απομάκρυνση του Ουκρανού προέδρου Βολοντίμιρ Ζελένσκι και η μετατροπή της Ουκρανίας σε «ουδέτερη» ζώνη-ανάχωμα έναντι της Δύσης.

Ένας δεύτερος αξιωματούχος σημείωσε ότι η Ρωσία δεν επιθυμεί ούτε χρειάζεται άμεση ειρήνη, καθώς η οικονομία της «δεν βρίσκεται στα πρόθυρα κατάρρευσης».

Ωστόσο, οι επικεφαλής των υπηρεσιών δεν διευκρίνισαν τις πηγές τους, ωστόσο ανέφεραν ότι χρησιμοποιούν ανθρώπους για πηγές, υποκλοπές επικοινωνιών και άλλα μέσα συλλογής πληροφοριών. Όλοι τόνισαν ότι η Ρωσία αποτελεί κορυφαίο στόχο πληροφοριακής παρακολούθησης.

Ο Πούτιν δηλώνει ότι είναι έτοιμος για ειρήνη, αλλά υπό τους δικούς του όρους, ενώ Ρώσοι αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έχουν επανειλημμένα εκτιμήσει λανθασμένα τη ρωσική στάση.

Έντονη διπλωματική κινητικότητα

Υπενθυμίζεται ότι, Ουκρανοί και Ρώσοι διαπραγματευτές συναντήθηκαν αυτή την εβδομάδα για τρίτη φορά το 2026, με τη μεσολάβηση των ΗΠΑ, χωρίς πρόοδο στα βασικά ζητήματα, συμπεριλαμβανομένων των εδαφικών.

Η Μόσχα ζητά από το Κίεβο να αποσύρει τις δυνάμεις του από το υπόλοιπο 20% της ανατολικής περιφέρειας Ντονέτσκ που δεν ελέγχει, κάτι που η Ουκρανία απορρίπτει.

Σύμφωνα με δεύτερο αξιωματούχο, η Ρωσία θα μπορούσε να ικανοποιηθεί εδαφικά αν αποκτήσει το υπόλοιπο του Ντονέτσκ, αλλά αυτό δεν θα εκπλήρωνε τον στόχο ανατροπής της φιλοδυτικής κυβέρνησης Ζελένσκι.

Ένας τρίτος αξιωματούχος εκτίμησε ότι είναι λανθασμένη η αντίληψη πως η παραχώρηση του Ντονέτσκ θα οδηγούσε γρήγορα σε ειρηνευτική συμφωνία.

«Αν οι Ρώσοι λάβουν αυτές τις παραχωρήσεις, αυτό ίσως είναι η αρχή πραγματικών διαπραγματεύσεων», δήλωσε, προβλέποντας ότι θα ακολουθήσουν νέες απαιτήσεις.

Ο ίδιος εξέφρασε, επίσης, ανησυχία για το «πολύ περιορισμένο» επίπεδο διαπραγματευτικής εμπειρίας έναντι της Ρωσίας στη Δύση, περιλαμβανομένης της Ευρώπης, την ώρα που ο Ζελένσκι ζητά ενεργότερο ρόλο των Ευρωπαίων.

Την αμερικανική πλευρά εκπροσωπούν ο Στιβ Γουίτκοφ, επιχειρηματίας ακινήτων και στενός φίλος του Τραμπ, και ο γαμπρός του προέδρου, Τζάρεντ Κούσνερ. Παρότι έχουν εμπλακεί σε άλλες διεθνείς κρίσεις, δεν είναι διπλωμάτες καριέρας ούτε ειδικοί στη Ρωσία ή την Ουκρανία.

Η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου, Άνα Κέλι απέρριψε την ανώνυμη κριτική, δηλώνοντας ότι «ο πρόεδρος Τραμπ και η ομάδα του έχουν κάνει περισσότερα από οποιονδήποτε για να φέρουν τις δύο πλευρές πιο κοντά».

Παράλληλες διαπραγματεύσεις και οικονομικοί κίνδυνοι

Δύο αξιωματούχοι ανέφεραν ότι η Μόσχα επιχειρεί να διαχωρίσει τις συνομιλίες σε δύο σκέλη: το ένα για τον πόλεμο και το δεύτερο για διμερείς συμφωνίες με τις ΗΠΑ που θα περιλαμβάνουν άρση κυρώσεων.

Ο Ζελένσκι δήλωσε ότι οι υπηρεσίες πληροφοριών του τον ενημέρωσαν πως Αμερικανοί και Ρώσοι διαπραγματευτές συζητούν διμερείς συμφωνίες συνεργασίας αξίας έως 12 τρισ. δολαρίων, πρόταση που αποδίδεται στον Ρώσο απεσταλμένο Κίριλ Ντμίτριεφ.

Ευρωπαίοι αξιωματούχοι δεν έδωσαν λεπτομέρειες, ωστόσο σημείωσαν ότι η πρόταση στοχεύει τόσο στον Τραμπ όσο και στους Ρώσους ολιγάρχες που επλήγησαν από τις κυρώσεις.

Ένας αξιωματούχος υπογράμμισε ότι η ρωσική κοινωνία παραμένει ανθεκτική και ικανή να αντέξει δυσκολίες.

Άλλος αξιωματούχος προειδοποίησε ότι η Ρωσία αντιμετωπίζει «πολύ υψηλούς» χρηματοοικονομικούς κινδύνους στο δεύτερο εξάμηνο του 2026, λόγω περιορισμένης πρόσβασης στις κεφαλαιαγορές και υψηλού κόστους δανεισμού.

Αναλυτές εκτιμούν ότι η ρωσική οικονομία κινείται μεταξύ στασιμότητας και ύφεσης, μετά από ανάπτυξη μόλις 1% πέρυσι. Το βασικό επιτόκιο της κεντρικής τράπεζας βρίσκεται στο 15,5%, ενώ το ρευστό τμήμα του κρατικού αποθεματικού ταμείου έχει μειωθεί περισσότερο από το μισό από την εισβολή του 2022.