Μία από τις πετρελαϊκές βιομηχανίες του κόσμου επανέρχεται στο προσκήνιο μετά από της σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο. «Η Petróleos de Venezuela (PDVSA), η κρατική πετρελαϊκή εταιρεία, ελέγχει τη συντριπτική πλειονότητα της παραγωγής και των αποθεμάτων πετρελαίου», ανέφερε ο Άντι Λίποου, πρόεδρος της Lipow Oil Associates.

Η αμερικανική εταιρεία ενέργειας Chevron δραστηριοποιείται στη χώρα μέσω ιδίων δραστηριοτήτων αλλά και κοινοπραξίας με την PDVSA, ενώ ρωσικές και κινεζικές εταιρείες συμμετέχουν επίσης μέσω συνεργασιών, ωστόσο ο κύριος έλεγχος παραμένει στην PDVSA», είπε ο Άντι Λίποου.

«Εάν ο Τραμπ καταφέρει να διαμορφωθεί μία πιο φιλοαμερικανική και φιλική προς τις επενδύσεις κυβέρνηση στη Βενεζουέλα, η Chevron είναι στην καλύτερη θέση [να ενισχύσει τον έλεγχό της στο βενεζουελάνικο πετρέλαιο], καθώς ήδη έχει ισχυρή παρουσία εκεί», πρόσθεσε ο Σολ Καβόνικ από τη MST Financial.

Η Βενεζουέλα εθνικοποίησε τη βιομηχανία πετρελαίου τη δεκαετία του 1970, οδηγώντας στη δημιουργία της PDVSA. Η παραγωγή κορυφώθηκε περίπου στα 3,5 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως το 1997, αλλά έκτοτε έχει υποχωρήσει σε περίπου 950.000 βαρέλια την ημέρα, εκ των οποίων γύρω στα 550.000 βαρέλια εξάγονται, σύμφωνα με στοιχεία της Lipow Oil Associates.

Εάν διαμορφωθεί μία κυβέρνηση πιο φιλική προς τις Ηνωμένες Πολιτείες και τις επενδύσεις, η Chevron θα ήταν «καλύτερα τοποθετημένη» για να διευρύνει τον ρόλο της, πρόσθεσε ο Καβόνικ, επισημαίνοντας ότι και ευρωπαϊκές εταιρείες όπως η Repsol και η Eni θα μπορούσαν να ωφεληθούν λόγω της ήδη υπάρχουσας παρουσίας τους στη χώρα.

Πώς επηρεάζει την παγκόσμια αγορά πετρελαίου

Οποιαδήποτε αλλαγή καθεστώτος θα μπορούσε να διαταράξει την εμπορική αλυσίδα που διατηρεί τις ροές των βενεζουελάνικων εξαγωγών, προειδοποιούν αναλυτές του κλάδου.

«Καθώς αυτή τη στιγμή δεν είναι σαφές ποιος κυβερνά τη Βενεζουέλα, είναι πιθανό να δούμε τις εξαγωγές να σταματούν πλήρως, επειδή οι αγοραστές δεν θα γνωρίζουν σε ποιον πρέπει να στείλουν τα χρήματα», είπε ο Άντι Λίποου και πρόσθεσε ότι ο τελευταίος γύρος αμερικανικών κυρώσεων κατά του “shadow fleet” δεξαμενόπλοιων έχει πλήξει σοβαρά τις εξαγωγές, αναγκάζοντας τη χώρα να μειώσει την παραγωγή.

Ο όρος «shadow fleet» αναφέρεται σε δεξαμενόπλοια που λειτουργούν εκτός των παραδοσιακών συστημάτων ναυτιλίας, ασφάλισης και ρύθμισης, μεταφέροντας πετρέλαιο από χώρες υπό κυρώσεις, όπως η Ρωσία, η Βενεζουέλα και το Ιράν.

Ο Λίποου εκτιμά ότι η Chevron θα συνεχίσει να εξάγει περίπου 150.000 βαρέλια ημερησίως, περιορίζοντας τον άμεσο αντίκτυπο στην προσφορά. Ωστόσο, η αβεβαιότητα θα μπορούσε να προσθέσει ένα βραχυπρόθεσμο ασφάλιστρο κινδύνου περίπου 3 δολαρίων το βαρέλι.

Αυτό θα συνέβαινε σε μια αγορά που, σύμφωνα με πολλούς αναλυτές, εμφανίζει επαρκή προσφορά. «Η αγορά πετρελαίου κινείται προς υπερπροσφορά», είπε ο Μπομπ ΜακΝάλι της Rapidan Energy Group, χαρακτηρίζοντας τον άμεσο αντίκτυπο «σχεδόν αμελητέο».

Η μακροπρόθεσμη σημασία της Βενεζουέλας σχετίζεται με το είδος του πετρελαίου που παράγει. Το βαρύ, θειούχο πετρέλαιο της χώρας είναι τεχνικά απαιτητικό στην εξόρυξη, αλλά ιδιαίτερα χρήσιμο για σύνθετα διυλιστήρια — ιδίως στις ΗΠΑ. «Τα αμερικανικά διυλιστήρια… λατρεύουν να επεξεργάζονται αυτό το «παχύρρευστο» πετρέλαιο από τη Βενεζουέλα και τον Καναδά», τόνισε ο ΜακΝάλι.

«Το πραγματικό ερώτημα είναι αν η πετρελαϊκή βιομηχανία θα μπορέσει να επιστρέψει στη Βενεζουέλα, να αντιστρέψει δύο δεκαετίες φθοράς και εγκατάλειψης και να την επαναφέρει σε τροχιά».