Ο πόλεμος στο Ιράν προσφέρει σε Κίνα, Ρωσία και Βόρεια Κορέα -χώρες που οι ΗΠΑ θεωρούν βασικές απειλές για την ασφάλειά τους- μια σπάνια ευκαιρία να μελετήσουν σε πραγματικές συνθήκες τις δυνατότητες αλλά και τις αδυναμίες των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων, σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal.
Όπως επισημαίνεται, οι χώρες αυτές είχαν για πρώτη φορά τη δυνατότητα να παρακολουθήσουν νέα αμερικανικά οπλικά συστήματα σε δράση, μεταξύ των οποίων αεροπορικές επιδρομές υψηλής ακρίβειας και ταχύτητας, με τη συνδρομή τεχνολογιών Τεχνητής Νοημοσύνης.
Παράλληλα, κατέγραψαν την ταχύτητα με την οποία οι ΗΠΑ κατανάλωσαν κρίσιμα αποθέματα, όπως πυραύλους Tomahawk και Patriot, αναδεικνύοντας ζητήματα αντοχής σε ένα παρατεταμένο επιχειρησιακό περιβάλλον.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στη χρήση φθηνών ιρανικών drones, τα οποία αποδείχθηκαν ικανά να απειλήσουν συμμάχους της Ουάσινγκτον στον Κόλπο, υπογραμμίζοντας την αυξανόμενη σημασία των ασύμμετρων μέσων.
Η Wall Street Journal σημειώνει ακόμη ότι μέρος του ιρανικού στρατιωτικού εξοπλισμού βασίζεται σε κινεζική τεχνολογία ή περιλαμβάνει κινεζικά εξαρτήματα, γεγονός που ενισχύει το ενδιαφέρον του Πεκίνου για τη συλλογή επιχειρησιακών δεδομένων – ιδίως ως προς τον τρόπο με τον οποίο το Ιράν στόχευσε αμερικανικές βάσεις στην περιοχή.
Για τη Ρωσία, ο πόλεμος λειτουργεί ως πεδίο εξαγωγής συμπερασμάτων για τη σύγκριση αμερικανικών και ιρανικών οπλικών συστημάτων, ιδιαίτερα στον τομέα των μη επανδρωμένων αεροσκαφών, όπου καταγράφεται αυξανόμενη τεχνολογική σύγκλιση.
Το δημοσίευμα υπογραμμίζει ότι μια τέτοια γνώση αποκτά ιδιαίτερη αξία για τη Μόσχα, τόσο στο πλαίσιο του πολέμου στην Ουκρανία -όπου χρησιμοποιούνται εκτενώς αμερικανικά οπλικά συστήματα- όσο και ενόψει ενδεχόμενων μελλοντικών συγκρούσεων με δυνάμεις του ΝΑΤΟ στην Ευρώπη.