Το ενδεχόμενο νέων βομβαρδισμών μεγάλης κλίμακας εναντίον του Ιράν, ακόμη και αμέσως μετά τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου στις Ηνωμένες Πολιτείες, εξετάζουν Αμερικανοί αναλυτές. Οι αναλυτές ότι η ενίσχυση των στρατιωτικών δυνάμεων στην περιοχή και οι τελευταίες κινήσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ αποτελούν ενδείξεις προετοιμασίας για νέα επιχείρηση. 

Παράλληλα, προειδοποιούν ότι ούτε οι Ηνωμένες Πολιτείες ούτε το Ιράν φαίνεται να διαθέτουν στρατιωτική επιλογή ικανή να οδηγήσει σε οριστικό τερματισμό της σύγκρουσης.

Η αντιπαράθεση των δύο χωρών έχει περιοριστεί το τελευταίο διάστημα κυρίως στη θάλασσα, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν αποκλεισμό των ιρανικών λιμανιών στον Περσικό Κόλπο, ενώ το Ιράν επιχειρεί να ελέγξει τα στρατηγικής σημασίας Στενά του Ορμούζ.

Από τις αρχές Σεπτεμβρίου καμία από τις δύο πλευρές δεν έχει εξαπολύσει μεγάλης κλίμακας επίθεση εναντίον χερσαίων στόχων. Όμως, η παρατεταμένη στρατιωτική αντιπαράθεση, σε συνδυασμό με τις αυξανόμενες πιέσεις που δημιουργεί ο αποκλεισμός, ενισχύει τις εκτιμήσεις ότι η σημερινή κατάσταση δύσκολα μπορεί να διατηρηθεί επ' αόριστον.

Γιατί οι αναλυτές βλέπουν νέα πλήγματα μετά τις Εκλογές της 3ης Νοεμβρίου

Η Σούζαν Μαλόνι, ερευνήτρια του αμερικανικού ινστιτούτου Brookings, θεωρεί πιθανό ένα νέο κύμα επιθέσεων αμέσως μετά τις ενδιάμεσες εκλογές στις Ηνωμένες Πολιτείες.

«Υπολογίζω πλέον ότι υπάρχει πιθανότητα πληγμάτων λίγο μετά τις ενδιάμεσες εκλογές», επισημαίνει η Σούζαν Μαλόνι, επικαλούμενη μια σειρά στρατιωτικών και πολιτικών ενδείξεων.

Μεταξύ αυτών περιλαμβάνει την ενίσχυση των αμερικανικών στρατιωτικών μέσων στη Μέση Ανατολή, τις προειδοποιήσεις προς Αμερικανούς πολίτες που βρίσκονται στην περιοχή, καθώς και την αυξημένη επιχειρησιακή ετοιμότητα των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων.

Σύμφωνα με την ίδια, ιδιαίτερη σημασία έχει και το εκλογικό χρονοδιάγραμμα. Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, έχει δηλώσει δημοσίως ότι δεν πρόκειται να διατάξει νέες επιθέσεις εναντίον του Ιράν πριν από τις εκλογές, καθώς μια τέτοια κίνηση δεν θα τον ευνοούσε πολιτικά.

Ο πόλεμος που ξεκίνησαν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ στις 28 Φεβρουαρίου 2026 έχει προκαλέσει σημαντική δυσαρέσκεια στην αμερικανική κοινή γνώμη, κυρίως εξαιτίας της απότομης αύξησης των τιμών της ενέργειας.

Η οικονομική επιβάρυνση των νοικοκυριών ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά τους Ρεπουμπλικανούς στην κρίσιμη εκλογική αναμέτρηση, γεγονός που, κατά την εκτίμηση της Μαλόνι, περιορίζει τα περιθώρια του Τραμπ για νέα στρατιωτική κλιμάκωση πριν από την κάλπη.

Την ίδια ώρα, η ερευνήτρια υπογραμμίζει ότι το σημερινό καθεστώς στρατιωτικής αντιπαράθεσης δεν είναι βιώσιμο. Ο αποκλεισμός των ιρανικών λιμανιών αυξάνει διαρκώς την πίεση στην Τεχεράνη, αλλά απαιτεί από τις Ηνωμένες Πολιτείες τη συνεχή δέσμευση σημαντικών ναυτικών και άλλων στρατιωτικών δυνάμεων.

Κατά συνέπεια, θεωρεί αναπόφευκτη την αναζήτηση διεξόδου. «Θα πρέπει να υπάρξει κάποιου είδους λύση, είτε μέσω της διπλωματίας είτε μέσω στρατιωτικής δράσης», εκτιμά η ερευνήτρια.

Τραμπ: «Μπορεί να τελειώσουμε πολύ γρήγορα»

Ο Αμερικανός Πρόεδρος άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο νέας στρατιωτικής επιχείρησης κατά του Ιράν, συνδέοντάς το με την προοπτική επίτευξης συμφωνίας με την Τεχεράνη.

Ερωτηθείς την Παρασκευή για την κατάσταση, ο Ντόναλντ Τραμπ διαβεβαίωσε ότι «μπορεί να τελειώσουμε πολύ γρήγορα».

Λίγο αργότερα, κατά τη διάρκεια προεκλογικής ομιλίας, προειδοποίησε ότι θα μπορούσε να ακολουθήσει μια «μικρή Επική Οργή», εφόσον δεν υπάρξει συμφωνία.

Η αναφορά του παραπέμπει στην ονομασία της αμερικανικής στρατιωτικής επιχείρησης που ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου, από κοινού με το Ισραήλ, σηματοδοτώντας την έναρξη του πολέμου εναντίον του Ιράν.

«Αδύνατο να προβλεφθεί» το χρονοδιάγραμμα

Την εκτίμηση ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις προετοιμασίας νέων αμερικανικών επιθέσεων συμμερίζεται και ο Τζέισον Κάμπελ, ερευνητής του Middle East Institute στην Ουάσιγκτον.

Όπως αναφέρει, έχουν καταγραφεί «αδιάψευστες πρόσφατες ενδείξεις που αφήνουν να εννοηθεί ότι εξετάζεται η προσεχής επανέναρξη των βομβαρδισμών».

Μεταξύ των κινήσεων που επικαλείται είναι η αναμενόμενη άφιξη στην περιοχή του αμερικανικού αεροπλανοφόρου USS Theodore Roosevelt, η ανάπτυξη πρόσθετων δυνάμεων του Σώματος Πεζοναυτών και η πρόσφατη επίδειξη στρατιωτικής ισχύος από την ισραηλινή Πολεμική Αεροπορία.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσει την επίσκεψη που πραγματοποίησε αυτή την εβδομάδα στο Ισραήλ ο Αμερικανός υπουργός Πολέμου Πιτ Χέγκσεθ, ο οποίος συναντήθηκε με τον πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου.

Παρά τις ενδείξεις αυτές, ο Κάμπελ επισημαίνει ότι παραμένει «αδύνατο να προβλεφθεί» πότε θα μπορούσαν να αρχίσουν νέες επιθέσεις.

Επίσης, ο ερευνητής υποστηρίζει ότι οι στρατιωτικές επιλογές του Τραμπ είναι σήμερα πιο περιορισμένες σε σύγκριση με την έναρξη του πολέμου.

Οι ζημιές που έχουν υποστεί αμερικανικές βάσεις στη Μέση Ανατολή δυσχεραίνουν σημαντικά το ενδεχόμενο μιας μεγάλης χερσαίας επιχείρησης κατά του Ιράν.

«Σε αυτό το στάδιο, δεν υπάρχει καμιά ασφαλής τοποθεσία για να αναπτυχθούν οι χιλιάδες στρατιώτες, δεκάδες χιλιάδες, κατά ορισμένα σενάρια, που θα απαιτούνταν για τέτοια επιχείρηση», εξηγεί.

Ο κίνδυνος πληγμάτων σε πολιτικές εγκαταστάσεις

Μια νέα αμερικανική αεροπορική εκστρατεία θα μπορούσε, σύμφωνα με τη Σούζαν Μαλόνι, να έχει πολύ διαφορετικά χαρακτηριστικά από τις προηγούμενες φάσεις του πολέμου.

Η ερευνήτρια εκτιμά ότι οι περισσότερες συμβατικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις του Ιράν έχουν ήδη υποστεί σοβαρές καταστροφές από τους προηγούμενους βομβαρδισμούς.

Αυτό σημαίνει ότι ενδεχόμενα νέα πλήγματα ενδέχεται να στραφούν εναντίον πολιτικών εγκαταστάσεων, προκαλώντας άμεσες συνέπειες στον πληθυσμό της χώρας.

Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να επιβαρύνει περαιτέρω την ανθρωπιστική κατάσταση και να αυξήσει το κόστος της σύγκρουσης, χωρίς να εξασφαλίζει απαραίτητα την επίτευξη των στρατηγικών στόχων της Ουάσιγκτον.

Γιατί οι αναλυτές δεν βλέπουν στρατιωτική λύση

Παρά τις εκτιμήσεις για ενδεχόμενη επανέναρξη των βομβαρδισμών, τόσο η Μαλόνι όσο και ο Κάμπελ αμφισβητούν ότι μια νέα περίοδος εντατικών στρατιωτικών επιχειρήσεων θα μπορούσε να τερματίσει τον πόλεμο.

«Πρόκειται για έναν πόλεμο που δεν μπορεί να τερματιστεί με νέα κλιμάκωση από τη μία ή από την άλλη πλευρά», υποστηρίζει η ερευνήτρια του Brookings Institution.

Ο Κάμπελ συμφωνεί, εκτιμώντας ότι ακόμη και μια νέα αεροπορική εκστρατεία αντίστοιχης έντασης με εκείνη των πρώτων 50 ημερών του πολέμου δύσκολα θα ανάγκαζε την ιρανική ηγεσία να αναθεωρήσει τη στρατηγική της.

«Δεν βλέπω πώς η επανέναρξη των πληγμάτων εναντίον του Ιράν», σε κλίμακα «συγκρίσιμη με αυτή των πρώτων πενήντα ημερών του πολέμου, θα μπορούσε να μεταβάλει σημαντικά τους στρατηγικούς υπολογισμούς του ιρανικού καθεστώτος», επισημαίνει.

Όπως εξηγεί, η Τεχεράνη έχει ήδη αποδείξει ότι μπορεί να «απορροφά μεγάλες ζημιές» χωρίς να αλλάζει πορεία.

Οι εκτιμήσεις των δύο αναλυτών συγκλίνουν, επομένως, στο ότι μια νέα στρατιωτική κλιμάκωση μπορεί να προκαλέσει περαιτέρω καταστροφές και απώλειες, χωρίς να εξασφαλίσει πολιτική ή στρατηγική διέξοδο από τη σύγκρουση.