Οι παράπλευρες απώλειες είναι ένας παγκοσμίως αναγνωρισμένος κίνδυνος του πολέμου, αναφερόμενος κυρίως για τον αντίκτυπο των συγκρούσεων στους άμαχους πολίτες και όχι στις συνέπειες που επιφέρουν στις στρατιωτικές συμμαχίες.
Όμως οι σύμμαχοι των Ηνωμένων Πολιτειών στο ΝΑΤΟ φοβούνται ότι αυτό μπορεί να αλλάξει ως αποτέλεσμα της απόφασης της Ουάσινγκτον να συνεργαστεί με το Ισραήλ για την διεξαγωγή του πολέμου εναντίον του Ιράν.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ επιτέθηκε στη Βορειοατλαντική Συμμαχία με σπάνια σφοδρότητα για την απροθυμία της να συμβάλλει στρατιωτικά στα Στενά του Ορμούζ, όταν η Τεχεράνη έκλεισε τη στρατηγική πλωτή οδό μετά την επίθεση που δέχτηκε.
Οι επικρίσεις του Τραμπ για την συμμαχία δεν είναι κάτι καινούργιο. Οι κατηγορίες για αθέμιτη εκμετάλλευση των ΗΠΑ εκ μέρους των συμμάχων και για ανεπαρκείς αμυντικές δαπάνες χρονολογούνται από την πρώτη του θητεία. Όμως η οξύτητα και η απειλητική φύση των παραπόνων του Τραμπ έχουν κλιμακωθεί, πυροδοτώντας φόβους ότι θα μπορούσε να εγκαταλείψει τη συμμαχία – μια ενέργεια που όμως θα απαιτούσε την έγκριση του Κογκρέσου.
Πολλοί αναλυτές επισημαίνουν ότι οι απαιτήσεις του Τραμπ από το ΝΑΤΟ και οι κατηγορίες που εκτοξεύει, διαβρώνουν την εμπιστοσύνη πάνω στην οποία έχει οικοδομηθεί η Συμμαχία.
«Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι ο πόλεμος με το Ιράν και η κρίση στα Στενά του Ορμούζ δεν αντιπροσωπεύουν μια θεμελιώδη ρήξη στη δομή ασφαλείας του Βορειοατλαντικού Συμφώνου», θεωρεί ο Φράνσις Φουκουγιάμα, ιστορικός στο Πανεπιστήμιο Στάνφορντ, που σημειώνει ότι «η αποτρεπτική του αξία στηρίζεται στην πεποίθηση ότι τα μέλη του ΝΑΤΟ θα βοηθήσουν το ένα το άλλο σε περίπτωση επίθεσης σε ένα μέλος. Ο Τραμπ κατηγορεί τα μέλη της Συμμαχίας ότι προδίδουν τις Ηνωμένες Πολιτείες επειδή δεν συνεργάζονται μαζί τους για το άνοιγμα του Στενού, όμως καμία χώρα δεν υπέγραψε ποτέ για να διεξάγει επιθετικό πόλεμο».
Ο Τσαρλς Κούπχαν, διευθυντής Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων και πρώην σύμβουλος του Μπιλ Κλίντον και του Μπαράκ Ομπάμα, ανέφερε ότι τα ευρωπαϊκά μέλη του ΝΑΤΟ παρότι προσπαθούν να κρατήσουν το ΝΑΤΟ ζωντανό μέχρι το τέλος της προεδρίας Τραμπ, μακροπρόθεσμα φοβούνται για το μέλλον της συμμαχίας, εν μέσω υποψιών ότι οι ΗΠΑ δεν συμμερίζονται πλέον τις ίδιες αξίες με αυτά.
«Οι Ηνωμένες Πολιτείες προσπαθούσαν πάντα, κατά κάποιο τρόπο, να είναι και μια ιδεολογική δύναμη που ηγείται σε έναν κόσμο ήθελαν να αλλάξουν. Όμως ο κόσμος έχει αλλάξει, όπως και οι Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες τώρα είναι απλώς άλλη μία μεγάλη δύναμη που παίζει με τους κανόνες της “real politik”, όπως η Ρωσία ή η Κίνα. Αυτό μπερδεύει τους συμμάχους και τους συγχέει», λέει ο Κούπχαν.
Τα εμπόδια για αποχώρηση
Σε κάθε περίπτωση, μια αποχώρηση των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ θεωρείται απίθανη δεδομένης της παρουσίας 80.000 αμερικανικών στρατευμάτων και πολυάριθμων στρατιωτικών βάσεων στην Ευρώπη, οι οποίες αποτελούν ζωτικά στοιχεία στην προβολή της αμερικανικής παγκόσμιας ισχύος, η οποία άλλωστε αποτελεί σήμα κατατεθέν της δεύτερης θητείας του στον Λευκό Οίκο.
Η Κριστίν Μπερζίνα, ειδικός επί θεμάτων ΝΑΤΟ στο Γερμανικό Ταμείο Μάρσαλ, δήλωσε ότι οι λεκτικές επιθέσεις του Τραμπ ενέχουν τον κίνδυνο να αποδυναμώσουν τη Συμμαχία σε μια εποχή που η στρατιωτική συνεργασία εντός της βρίσκεται σε ιστορικά υψηλό επίπεδο.
«Η δύναμη του ΝΑΤΟ δεν έγκειται μόνο στην πραγματική στρατιωτική ισχύ, που στην πραγματικότητα είναι τόσο ισχυρή όσο ποτέ, αλλά και στο κατά πόσο βρίσκονται ευθυγραμμισμένοι όλοι οι σύμμαχοι εντός της Συμμαχίας.
Συνεχίζοντας, είπε ότι «όταν υπάρχουν ανοιχτές επιθέσεις εναντίον του ΝΑΤΟ από το ισχυρότερο μέλος του είναι, τουλάχιστον, αποθαρρυντικό. Αμφισβητεί τη στρατιωτική ισχύ με τρόπο που δεν αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα και τον στενό συντονισμό μεταξύ των στρατών της συμμαχίας».
Παράλληλα προειδοποίησε ότι «είναι υπαρκτός ο κίνδυνος τα δυτικοευρωπαϊκά έθνη να διευρύνουν την ρήξη με τον Τραμπ, διεξάγοντας έναν λεκτικό πόλεμο που θα μπορούσε να προκαλέσει τον Λευκό Οίκο και να γυρίσει την πλάτη στη Συμμαχία, αφήνοντας τα μέλη της Ανατολικής Ευρώπης εκτεθειμένα στη ρωσική επιθετικότητα».
«Αυτό που με ανησυχεί όλο και περισσότερο είναι η αίσθηση, ιδίως των δυτικοευρωπαίων, ότι το να μιλήσουν εναντίον του Τραμπ θα είναι προς το συμφέρον τους», επισημαίνει η Μπερζίνα, που όμως υπογραμμίζει ότι στην πραγματικότητα «οι Ευρωπαίοι δεν μπορούν να τα βγάλουν πέρα χωρίς τις Ηνωμένες Πολιτείες, αν χρειαστεί να αντιμετωπίσουν την πιθανότητα μια επιθετικής Ρωσίας».