Σε ακόμη μία ακραία τοποθέτηση προέβη ο Αμερικανός πρόεδρος, Ντόναλντ Τραμπ σχετικά με τη διαρροή ευαίσθητων στρατιωτικών πληροφοριών στα ΜΜΕ, κατά τη διάρκεια προεκλογικής συγκέντρωσης στο Μπούλχεντ Σίτι της Αριζόνα, στον απόηχο και της κόντρας του με μεγάλα αμερικανικά δίκτυα.
«Όσοι κάνουν διαρροές πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να τουφεκίζονται», είπε, χαρακτηριστικά, ο Αμερικανός πρόεδρος, σύμφωνα με το NBC News. «Ξέρετε, όταν διαρρέουν τι ώρα πρόκειται να επιτεθείς σε μια χώρα», διευκρίνισε.
Όπως υποστήριξε ο Τραμπ, αναγκάστηκε να ακυρώσει σχεδιαζόμενη επιδρομή κατά του Ιράν, επειδή κάποιος αποκάλυψε τις ώρες αναχώρησης και άφιξης των αμερικανικών δυνάμεων.
Ωστόσο, όπως επισημαίνει το NBC News, φαινόταν να αναφέρεται στην αμερικανική επίθεση κατά ιρανικών πυρηνικών εγκαταστάσεων τον Ιούνιο του 2025, η οποία πραγματοποιήθηκε κανονικά.
Πυρά κατά CNN και New York Times
Ο Ντόναλντ Τραμπ κατηγόρησε τους New York Times και το CNN ότι δημοσιοποίησαν την ώρα αναχώρησης της αποστολής από το Μιζούρι «Κάποιος έκανε τη διαρροή, κάποιο κάθαρμα. Θα έπρεπε να πηγαίνουν φυλακή ή να τουφεκίζονται. Για το υπόλοιπο της ζωής τους θα έπρεπε να βρίσκονται στη φυλακή», είπε, κάνοντας λόγο για «αποβράσματα της Γης».
Μάλιστα, επιτέθηκε και στους δημοσιογράφους οι οποίοι κάλυπταν τη συγκέντρωση. Δείχνοντάς τους, είπε πως είναι «σχεδόν εξίσου κακοί» με εκείνους που κάνουν διαρροές. «Αυτοί οι ίδιοι άνθρωποι εκεί πάνω είναι σχεδόν εξίσου κακοί με κάποιον που κάνει διαρροές, επειδή διαρρέουν», είπε.
Οι διαρροές στο στόχαστρο
Οι ακραίες τοποθετήσεις Τραμπ έρχονται την ώρα που η αμερικανική κυβέρνηση εντείνει τις προσπάθειες περιορισμού της διοχέτευσης πληροφοριών στον Τύπο. Μεταξύ άλλων, έχει προτείνει να ζητείται από ομοσπονδιακούς υπαλλήλους να υπογράφουν συμφωνίες εμπιστευτικότητας.
Σύμφωνα με δημοσίευμα των New York Times τον Σεπτέμβριο, περίπου 50 στελέχη του αμερικανικού Μικτού Επιτελείου υποβλήθηκαν σε τεστ πολυγράφου, στο πλαίσιο έρευνας για πιθανή κοινοποίηση διαβαθμισμένων πληροφοριών σε δημοσιογράφους.
Εξάλλου, το NBC News υπενθυμίζει έρευνα του FBI, τον Ιανουάριο, στο σπίτι της δημοσιογράφου της Washington Post, Χάνα Νάτανσον, στο πλαίσιο έρευνας για συνεργάτη της κυβέρνησης που κατηγορήθηκε ότι διατηρούσε παράνομα διαβαθμισμένο υλικό.
Δικαστική απόφαση απαγόρευσε στην κυβέρνηση να εξετάσει τα δεδομένα που κατασχέθηκαν από το σπίτι της δημοσιογράφου. Η κυβέρνηση προσέφυγε κατά της απόφασης, αλλά η απαγόρευση διατηρήθηκε.
Τον Ιούνιο, σύμφωνα με το NBC News, η κυβέρνηση επιχείρησε ακόμη να υποχρεώσει 4ς δημοσιογράφους -3 της Washington Post και έναν της Wall Street Journal- να καταθέσουν ενώπιον Σώματος Ενόρκων. Οι κλητεύσεις αποσύρθηκαν μετά τις αντιδράσεις των εφημερίδων.