Μεγάλη ευρωπαϊκή επιχείρηση πραγματοποιήθηκε κατά κυκλώματος που φέρεται να διακινούσε άλογα κούρσας που είχαν αποσυρθεί από τους ιπποδρόμους, προκειμένου να τα πουλήσουν σε σφαγεία, σε διάφορες χώρες της Ευρώπης.

Το κύκλωμα χρησιμοποιούσε πλαστά έγγραφα και τροποποιημένα μικροτσίπ προκειμένου να αποκρύπτεται η πραγματική ταυτότητα και το ιστορικό των ζώων, έγινε από την Europol. Σύμφωνα με ερευνητές, άλογα, τα οποία δεν είχαν εγκριθεί για ανθρώπινη κατανάλωση, σφαγιάσθηκαν και το κρέας τους διατέθηκε στο εμπόριο. Σε πολλά από τα άλογα αυτά είχαν χορηγηθεί φάρμακα και ως εκ τούτου δεν είχαν εγκριθεί για ανθρώπινη κατανάλωση.

Με τον τρόπο αυτό, ένα άλογο, που προηγουμένως δεν είχε σχεδόν καμιά εμπορική αξία, μπορούσε να πωληθεί από 1.000 ως 1.500 ευρώ, είπαν εισαγγελείς. Η επιχείρηση πραγματοποιήθηκε στις 8 και 9 Σεπτεμβρίου σε Γαλλία, Βέλγιο, Ολλανδία και Ιρλανδία με τη συμμετοχή σχεδόν 200 αστυνομικών και εκπροσώπων αρμόδιων υπηρεσιών. Η έρευνα συντονίζεται από τις βελγικές αρχές, ενώ η Europol παρείχε επιχειρησιακή και αναλυτική υποστήριξη.

Στο επίκεντρο της έρευνας βρίσκεται ένα φερόμενο μεγάλης κλίμακας δίκτυο εμπορίας αλόγων, τα οποία, σύμφωνα με τους ερευνητές, μετακινούνταν και μεταπωλούνταν στην Ευρώπη με παραποιημένα διαβατήρια και τροποποιημένα μικροτσίπ. Με τον τρόπο αυτό φέρεται να δημιουργούνταν ουσιαστικά μια νέα ταυτότητα για τα ζώα, αποκρύπτοντας την προέλευσή τους, το προηγούμενο ιστορικό τους και το εάν πληρούσαν τις προϋποθέσεις για να εισέλθουν νόμιμα στην τροφική αλυσίδα.

Οι Αρχές εξετάζουν πλέον την τελική τύχη των αλόγων. Σύμφωνα με την Europol, υπάρχουν υποψίες ότι κάποια από αυτά μεταπωλήθηκαν με πλαστά στοιχεία, ενώ άλλα ενδέχεται να διοχετεύθηκαν στην τροφική αλυσίδα.

Η υπόθεση προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία για την ιχνηλασιμότητα των τροφίμων και την ασφάλεια των καταναλωτών, καθώς υπάρχει το ενδεχόμενο άλογα που δεν προορίζονταν για ανθρώπινη κατανάλωση να οδηγήθηκαν παράνομα σε σφαγή.

Στο πλαίσιο της συντονισμένης επιχείρησης πραγματοποιήθηκαν συνολικά 24 έρευνες: 4 στο Βέλγιο, 6 στην Ιρλανδία, 7 στη Γαλλία, 7 στην Ολλανδία. Στις έρευνες ελέγχθηκαν περισσότερα από 1.000 άλογα, ενώ κατασχέθηκαν στοιχεία τα οποία βρίσκονται πλέον υπό ανάλυση από τις Αρχές.

Η έρευνα παραμένει σε εξέλιξη, καθώς οι αρχές των τεσσάρων χωρών προσπαθούν να εντοπίσουν και άλλα πρόσωπα που ενδέχεται να συνδέονται με το φερόμενο εγκληματικό δίκτυο.

Λόγω των πιθανών διασυνδέσεων της υπόθεσης με την τροφική αλυσίδα, η Europol αξιοποίησε και τεχνογνωσία που έχει αναπτυχθεί στο πλαίσιο της Operation OPSON η οποία αφορά την αντιμετώπιση της διακίνησης νοθευμένων και μη ασφαλών τροφίμων και ποτών.

Κατά τις ημέρες της επιχείρησης, ειδικοί της Europol αναπτύχθηκαν στο Βέλγιο και την Ιρλανδία, υποστηρίζοντας τις εθνικές αρχές στη διασταύρωση πληροφοριών με τις βάσεις δεδομένων της ευρωπαϊκής αστυνομικής υπηρεσίας και στη διευκόλυνση της ανταλλαγής πληροφοριών σε πραγματικό χρόνο.

Στην επιχείρηση συμμετείχαν, μεταξύ άλλων, η Ομοσπονδιακή Δικαστική Αστυνομία του Ανατολικού Φλάνδρας και η αρμόδια βελγική υπηρεσία για την ασφάλεια της τροφικής αλυσίδας, η Garda της Ιρλανδίας, οι γαλλικές υπηρεσίες για περιβαλλοντικό και υγειονομικό έγκλημα, καθώς και η ολλανδική υπηρεσία για την ασφάλεια τροφίμων και καταναλωτικών προϊόντων.

Πάνω από 100.000 ευρώ σε μετρητά κατασχέθηκαν στο Βέλγιο και τρεις ύποπτοι συνελήφθησαν. Σύμφωνα με την ολλανδική οργάνωση για την ευημερία των ζώων House of Animals, πολλά από τα ζώα αυτά ήταν άλογα κούρσας τα οποία είχαν αποσυρθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιρλανδία και μεταφέρθηκαν υπό κακές συνθήκες σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, πριν καταλήξουν σε σφαγεία.

Η οργάνωση δήλωσε ότι επεξεργασμένο κρέας αλόγου φέρεται να πέρασε σε σνακς, όπως κροκέτες και κεφτεδάκια, και πουλήθηκε μέσω χονδρεμπόρων.