Μια δραματική απόφαση μέσα σε ένα νυχτερινό τρένο, οι ρωσικοί βομβαρδισμοί χωρίς την αναμενόμενη αμερικανική προειδοποίηση και η αιφνιδιαστική προσέγγιση Τραμπ–Πούτιν βρίσκονται πίσω από τη δημόσια σύγκρουση του Βολοντίμιρ Ζελένσκι με τον Αμερικανό πρόεδρο. Έπειτα από 18 μήνες διπλωματικών προσπαθειών να διατηρήσει ανοιχτούς τους διαύλους επικοινωνίας με την Ουάσιγκτον, ο Ουκρανός ηγέτης αποφάσισε να αλλάξει τακτική, αναλαμβάνοντας ένα εξαιρετικά υψηλό πολιτικό και στρατιωτικό ρίσκο. Το παρασκήνιο αποκαλύπτει η Wall Street Journal, περιγράφοντας μια κρίσιμη καμπή στις σχέσεις ΗΠΑ και Ουκρανίας, την ώρα που ο πόλεμος με τη Ρωσία συνεχίζεται.
Η νύχτα που ο Ζελένσκι αποφάσισε να αλλάξει στρατηγική
Όλα ξεκίνησαν μέσα σε ένα νυχτερινό τρένο που μετέφερε τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι από το Κίεβο προς την Πολωνία, καθ’ οδόν για σημαντικές συναντήσεις με Ευρωπαίους ηγέτες στο Λονδίνο και τις Βρυξέλλες.
Σύμφωνα με το αποκαλυπτικό δημοσίευμα της Wall Street Journal, ο Ουκρανός πρόεδρος πληροφορήθηκε ότι η Ρωσία είχε εξαπολύσει για δεύτερη συνεχόμενη ημέρα πυραυλικές επιθέσεις εναντίον του Κιέβου, χωρίς να έχει προηγηθεί η συνήθης προειδοποίηση από τις αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών.
Το γεγονός προκάλεσε έντονη ανησυχία στην ουκρανική ηγεσία, καθώς η έγκαιρη αμερικανική ενημέρωση αποτελεί κρίσιμο στοιχείο της αεράμυνας της χώρας.
Η συγκυρία ήταν ιδιαίτερα επιβαρυμένη. Ο Ντόναλντ Τραμπ είχε ήδη προχωρήσει σε κινήσεις χαλάρωσης των ενεργειακών κυρώσεων κατά της Μόσχας, είχε εκφραστεί θετικά για τον Βλαντίμιρ Πούτιν και είχε εντείνει τις πιέσεις προς το Κίεβο.
Σύμφωνα με πρόσωπο που βρισκόταν στο τρένο, ο Ζελένσκι φοβόταν ότι η Ουάσιγκτον ετοιμαζόταν να προχωρήσει σε ακόμη περισσότερες παραχωρήσεις προς τη Ρωσία.
Εκείνη τη νύχτα αποφάσισε ότι η μέχρι τότε προσπάθεια αποφυγής μιας δημόσιας αντιπαράθεσης δεν μπορούσε να συνεχιστεί με τους ίδιους όρους.
Το τέλος της διπλωματικής υπομονής των 18 μηνών
Η απόφαση αυτή σηματοδότησε ουσιαστική μεταβολή στη στρατηγική του Ουκρανού προέδρου.
Για περίπου 18 μήνες, μετά την επεισοδιακή συνάντησή του με τον Τραμπ στον Λευκό Οίκο στις αρχές της δεύτερης προεδρικής θητείας του Αμερικανού ηγέτη, ο Ζελένσκι επιχειρούσε να αποκαταστήσει την προσωπική τους σχέση.
Το Κίεβο γνώριζε ότι μια ανοιχτή σύγκρουση θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο κρίσιμες μορφές αμερικανικής υποστήριξης, από την ανταλλαγή πληροφοριών έως την πρόσβαση σε δορυφορικές υπηρεσίες και προηγμένα οπλικά συστήματα.
Ωστόσο, οι πρόσφατες κινήσεις της αμερικανικής κυβέρνησης είχαν δημιουργήσει στην ουκρανική πλευρά την εντύπωση ότι οι συνεχείς υποχωρήσεις δεν εξασφάλιζαν πλέον αντίστοιχα διπλωματικά ανταλλάγματα.
Ο Ζελένσκι αποφάσισε έτσι να απευθυνθεί όχι μόνο στον Τραμπ, αλλά και στην αμερικανική κοινή γνώμη, στο Κογκρέσο και στους Ευρωπαίους συμμάχους, επιμένοντας ότι η Ουκρανία δεν μπορεί να θεωρείται υπεύθυνη ούτε για τη ρωσική εισβολή ούτε για την παγκόσμια ενεργειακή κρίση.
Η συμφωνία Τραμπ–Πούτιν που πυροδότησε την ένταση
Καθοριστικό ρόλο στην επιδείνωση των σχέσεων διαδραμάτισε η απόφαση του Αμερικανού προέδρου να προχωρήσει σε συμφωνία με τη Ρωσία για την προμήθεια πετρελαίου ντίζελ.
Η Ουάσιγκτον υποστήριξε ότι η συμφωνία θα μπορούσε να συμβάλει στην αποκλιμάκωση των τιμών των καυσίμων, οι οποίες έχουν εξελιχθεί σε σοβαρό πολιτικό ζήτημα στις Ηνωμένες Πολιτείες ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου.
Για το Κίεβο, ωστόσο, η εξέλιξη αυτή είχε εντελώς διαφορετική ανάγνωση.
Η ουκρανική ηγεσία θεωρεί ότι τα ενεργειακά έσοδα της Ρωσίας αποτελούν βασική πηγή χρηματοδότησης των στρατιωτικών επιχειρήσεων και ότι οποιαδήποτε χαλάρωση της οικονομικής πίεσης ενισχύει τη δυνατότητα της Μόσχας να συνεχίσει τον πόλεμο.
Η αντιπαράθεση κορυφώθηκε όταν ο Τραμπ ζήτησε από τον Ζελένσκι να σταματήσει τις ουκρανικές επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια, υποστηρίζοντας ότι αυτές συμβάλλουν στην αύξηση των διεθνών τιμών των καυσίμων.
Η ουκρανική πλευρά αντέτεινε ότι οι επιθέσεις αποτελούν σημαντικό μέσο πίεσης προς τη Μόσχα, ενώ αναλυτές της ενεργειακής αγοράς αποδίδουν το μεγαλύτερο μέρος της φετινής ανόδου των τιμών στον πόλεμο με το Ιράν.
Οι μυστικές διαπραγματεύσεις και το αμερικανικό τελεσίγραφο
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι επαφές που πραγματοποιήθηκαν στις 9 Οκτωβρίου, όταν Αμερικανοί διαπραγματευτές, μεταξύ των οποίων ο Στιβ Γουίτκοφ και ο Τζάρεντ Κούσνερ, συναντήθηκαν στο Μαϊάμι με Ουκρανούς αξιωματούχους.
Σύμφωνα με τη Wall Street Journal, οι Αμερικανοί επέμειναν να σταματήσουν οι επιθέσεις κατά των ρωσικών διυλιστηρίων, χωρίς να προσφέρουν συγκεκριμένα ανταλλάγματα.
Ορισμένοι Ουκρανοί και Ευρωπαίοι συμμετέχοντες εξέλαβαν τις αναφορές των Αμερικανών στην αξία των πληροφοριών που παρέχει η Ουάσιγκτον ως έμμεση προειδοποίηση ότι η συνεργασία θα μπορούσε να περιοριστεί. Αμερικανοί αξιωματούχοι αρνήθηκαν ότι διατυπώθηκε τέτοια απειλή.
Ο Ζελένσκι είχε προτείνει εναλλακτικές λύσεις: είτε αμοιβαία παύση των επιθέσεων σε ενεργειακές εγκαταστάσεις είτε ενίσχυση της ουκρανικής αεράμυνας με πρόσθετους πυραύλους αναχαίτισης Patriot.
Η Μόσχα απέρριψε την προοπτική αμοιβαίας ενεργειακής εκεχειρίας, ενώ η Ουάσιγκτον δεν δεσμεύτηκε για την παροχή των πρόσθετων πυραύλων που ζητούσε το Κίεβο.
Ακολούθησε προσωρινή αναστολή των ουκρανικών επιθέσεων, την οποία διέταξε ο Ζελένσκι μετά την ανακοίνωση Τραμπ περί ενεργειακής εκεχειρίας. Όμως, οι συνεχιζόμενοι ρωσικοί βομβαρδισμοί οδήγησαν το Κίεβο στην επανέναρξη των επιχειρήσεων έπειτα από τρεις ημέρες.
Η δημόσια επίθεση στον Τραμπ και η ευρωπαϊκή στήριξη
Η αλλαγή στάσης έγινε πλέον εμφανής στις συνεντεύξεις που παραχώρησε ο Ουκρανός πρόεδρος σε βρετανικά μέσα ενημέρωσης.
Ο Ζελένσκι αμφισβήτησε ανοιχτά την προσέγγιση του Τραμπ απέναντι στον Πούτιν, εκφράζοντας την απορία του για την προθυμία του Αμερικανού προέδρου να διατηρεί φιλική σχέση με τον Ρώσο ηγέτη.
Παράλληλα, επιχείρησε να διαχωρίσει την αμερικανική κυβέρνηση από την ευρύτερη αμερικανική κοινωνία, υποστηρίζοντας ότι η πλειονότητα των Αμερικανών εξακολουθεί να στηρίζει την Ουκρανία.
Η αντίδραση του Τραμπ ήταν άμεση. Σε συνέντευξή του στο Newsmax, εξέφρασε εκ νέου τη δυσαρέσκειά του για τον Ζελένσκι, αμφισβητώντας την πραγματική του πρόθεση να καταλήξει σε ειρηνευτική συμφωνία.
Την ίδια στιγμή, στις Βρυξέλλες, ο Ουκρανός πρόεδρος έτυχε θερμής υποδοχής από Ευρωπαίους ηγέτες. Σύμφωνα με Ευρωπαίους αξιωματούχους που επικαλείται η Wall Street Journal, κανείς δεν του ζήτησε να περιορίσει τη δημόσια κριτική προς τον Τραμπ.
Το μεγαλύτερο ρίσκο: Η αμερικανική στρατιωτική υποστήριξη
Η δημόσια σύγκρουση έχει ιδιαίτερη βαρύτητα επειδή η Ουκρανία εξακολουθεί να εξαρτάται από συγκεκριμένες αμερικανικές δυνατότητες, τις οποίες η Ευρώπη δεν μπορεί να υποκαταστήσει πλήρως.
Η ανταλλαγή στρατιωτικών πληροφοριών, οι δορυφορικές επικοινωνίες και η προμήθεια αμερικανικών οπλικών συστημάτων μέσω ευρωπαϊκών χωρών παραμένουν κρίσιμα στοιχεία της ουκρανικής άμυνας.
Οι ανησυχίες εντάθηκαν όταν οι ουκρανικές αρχές ανέφεραν προβλήματα στην έγκαιρη προειδοποίηση για ρωσικές πυραυλικές επιθέσεις.
Η αμερικανική πλευρά υποστήριξε ότι η συνεργασία πληροφοριών συνεχιζόταν και απέδωσε ορισμένες αστοχίες στις δυσμενείς καιρικές συνθήκες.
Σύμφωνα πάντως με νεότερη ενημέρωση του Reuters στις 18 Οκτωβρίου, ο Ζελένσκι δήλωσε ότι η ανταλλαγή κρίσιμων πληροφοριών με τις Ηνωμένες Πολιτείες είχε αποκατασταθεί και λειτουργούσε ξανά κανονικά, εξέλιξη που περιορίζει έναν από τους άμεσους κινδύνους για την ουκρανική αεράμυνα.
Οι κυρώσεις στη Ρωσία και η επόμενη ημέρα
Ένα ακόμη σημείο αντιπαράθεσης αποτελεί η απόφαση του Τραμπ να αναστείλει την εφαρμογή του μεγαλύτερου μέρους των κυρώσεων που προβλέπονταν από πρόσφατη διακομματική νομοθεσία των ΗΠΑ.
Η νομοθεσία, η οποία είχε συνδεθεί με την προσπάθεια αύξησης της οικονομικής πίεσης προς τη Μόσχα, προέβλεπε μεταξύ άλλων σημαντικούς δασμούς σε χώρες που αγοράζουν ρωσικό πετρέλαιο.
Η αναστολή προκάλεσε επικρίσεις και από τις δύο πλευρές του αμερικανικού πολιτικού συστήματος, ενώ ο Ζελένσκι προειδοποίησε ότι η αποδυνάμωση των κυρώσεων μπορεί να μειώσει τα κίνητρα της Ρωσίας να προσέλθει σε ουσιαστικές ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις.
Για την Ουκρανία, το κρίσιμο ερώτημα είναι πλέον κατά πόσο μπορεί να συνεχίσει να ασκεί στρατιωτική και οικονομική πίεση στη Ρωσία, διατηρώντας ταυτόχρονα την απαραίτητη συνεργασία με την Ουάσιγκτον.
Η επιλογή του Ζελένσκι να συγκρουστεί δημόσια με τον Τραμπ αναδεικνύει το δίλημμα που αντιμετωπίζει το Κίεβο: από τη μία πλευρά, την ανάγκη διατήρησης της αμερικανικής υποστήριξης και, από την άλλη, την επιδίωξη να μη συναινέσει σε συμφωνίες που θεωρεί ότι αποδυναμώνουν τη διαπραγματευτική και αμυντική του θέση.
Η έκβαση αυτής της αντιπαράθεσης θα εξαρτηθεί όχι μόνο από τις προσωπικές σχέσεις των δύο προέδρων, αλλά και από τις αποφάσεις για τις κυρώσεις, τις στρατιωτικές προμήθειες και την ανταλλαγή πληροφοριών, καθώς και από τη δυνατότητα της Ευρώπης να καλύψει ενδεχόμενα κενά στην αμερικανική υποστήριξη.