Και προσπάθησε μέσα από νέες προσωπικές επιθέσεις, οι οποίες από την πλευρά της κυβερνητικής πλειοψηφίας αντιμετωπίστηκαν ως νέα «εκτόξευση λάσπης», να διαμορφώσει μια γραμμή άμυνας και την εικόνα του «πολιτικά διωκόμενου».
Όσο για τον Αλέξη Τσίπρα, παρά το γεγονός ότι οι πληροφορίες ήθελαν να «βάζει πλάτη» στον πρώην υπουργό και να τον υποστηρίξει τελικά δεν πήρε ποτέ τον λόγο.
Μάλιστα μπήκε στην αίθουσα καθυστερημένος και αφού είχε περάσει μεγάλο μέρος της ομιλίας του Παύλου Πολάκη.
Ενδεικτικό της… αλλαγής στο θερμό κλίμα ήταν και η στάση του κατά την διάρκεια της ομιλίας του και το ότι ο πρώην πρωθυπουργός δεν χειροκρότησε τον πρώην αναπληρωτή υπουργό Υγείας παρά μόνο στο τέλος όπου την ώρα που η κοινοβουλευτική ομάδα τον χειροκροτούσε θερμά το δικό του χειροκρότημα ήταν εμφανώς… χλιαρό.
Προφανώς, οι πρακτικές Πολάκη, που αποκτούν πλέον και δικαστική διάσταση, θα έχουν συνέχεια, προκαλώντας αμηχανία διαρκείας στην αξιωματική αντιπολίτευση και στα στελέχη της -παρά την πλήρη στήριξη που παρείχε ο ΣΥΡΙΖΑ στον πρώην αναπληρωτή υπουργό Υγείας.
Η ασυλία του Παύλου Πολάκη ήρθη χθες από την Ολομέλεια της Βουλής και για τις δύο υποθέσεις που ελέγχονται από την τακτική Δικαιοσύνη – και ο πρώην αναπληρωτής υπουργός Υγείας πλέον παραπέμπεται ως ιδιώτης στον «φυσικό δικαστή» του.
Οι μηνύσεις κατά του Παύλου Πολάκη αφορούσαν δύο ζητήματα. Η πρώτη ήταν από τον Σταμάτη Πουλή, πρόεδρο των εργαζομένων στο ΚΕΕΛΠΝΟ και αφορούσε ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης του τέως αναπληρωτή υπουργού Υγείας που χαρακτήριζε τον κ. Πουλή ως «τσογλάνι» και ζητούσε να πει «τι έχει κλέψει».
Και η δεύτερη από τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας και αφορούσε τη δημοσιοποίηση συνομιλίας που είχε ο κ. Πολάκης, κίνηση που ο κ. Στουρνάρας θεώρησε ως απόδειξη παράνομης καταγραφής. Για να προχωρήσει η δικαστική διερεύνηση αυτών των υποθέσεων ήρθη η ασυλία του κ. Πολάκη.
Το σημειώνουμε αυτό γιατί είναι ανεξαρτήτως ρητορικών κομματικών τοποθετήσεων ο κ. Πολάκης δεν διώκεται γιατί είπε ότι υπάρχει σκάνδαλο στο ΚΕΕΛΠΝΟ ούτε για έκανε κριτική στα πεπραγμένα του διοικητή της ΤτΕ, ούτε για κάποια ενέργειά του ως υπουργός.
Στην ομιλία του στη Βουλή ο Παύλος Πολάκης κυρίως έδωσε έμφαση στο να αποδείξει ότι υπάρχουν σκάνδαλα στο ΚΕΕΛΠΝΟ και καταδείξει την εμπλοκή του κ. Πουλή στην όλη υπόθεση.
Αρκετά από τα στοιχεία αυτά έχουν ακουστεί, έχουν σταλεί στις αρμόδιες εισαγγελικές αρχές, εξετάζονται στο πλαίσιο δικαστικών υποθέσεων, ενώ απασχόλησαν και την αρμόδια εξεταστική επιτροπή της Βουλής.
Παρ' όλα αυτά, κανείς δεν δίνει δικαίωμα στον οποιοδήποτε υπουργό να ανακοινώνει ως άλλος πρόεδρος δικαστηρίου το ποιοι είναι οι κλέφτες. Αυτό αφορά τη δικαιοσύνη, εάν τουλάχιστον θέλουμε να κρατήσουμε κάποια εκδοχή «χωρισμού των εξουσιών».
Ο κ. Πολάκης είχε κάθε δικαίωμα να αναδεικνύει αυτά που θεωρούσε σκάνδαλα και να δίνει στοιχεία στη δημοσιότητα. Δεν είχε δικαίωμα για χαρακτηρισμούς προς οποιονδήποτε που θα έδιναν τόνο προκαταβολικής καταδίκης. Αυτό, όντως, ήταν υπόθεση των δικαστηρίων.
Ως προς την άλλη υπόθεση, αυτή που αφορά την καταγγελία για παράνομη καταγραφή της τηλεφωνικής συνομιλίας που είχε ο κ. Πολάκης με τον διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος κ. Στουρνάρα, το πρόβλημα βρίσκεται αλλού.
Ο κ. Πολάκης θεώρησε ότι ήταν επιλεκτική η διαρροή που έγινε σε βάρος του για το δάνειο που είχε λάβει ενόσω ήταν υπουργός. Προφανώς και ήταν δικαίωμά του να θεωρεί ότι υπήρξε στόχος μιας επιλεκτικής διαρροής.
Όμως, σε αυτή την περίπτωση δύο είναι οι τρόποι άμυνας. Ο πρώτος είναι η προληπτική διαφάνεια, δηλαδή μπορούσε ο ίδιος να είχε ενημερώσει την κοινή γνώμη για το δάνειο που σύναψε. Και ο άλλος είναι να ζητήσει να υπάρξει έρευνα για το πώς διέρρευσε μια τέτοια πληροφορία.
Για όλα αυτά είχε δικαίωμα να απευθυνθεί και στον διοικητή της ΤτΕ. Μόνο που ακόμη και όταν υπουργός παίρνει τηλέφωνο τον κεντρικό τραπεζίτη, η συνομιλία αυτή προστατεύεται. Ο κ. Πολάκης μπορούσε εάν ήθελε ακόμη και δελτίο τύπου να έβγαζε που να περιέγραφε το διάβημά του (ενημερώνοντας τον διοικητή της ΤτΕ ότι προτίθεται να βγάλει ανακοίνωση).
Η λογική ότι έστω και από μνήμης καταθέτει μια πλήρη συνομιλία, χωρίς μάλιστα τη συναίνεση του συνομιλητή του, όπως και να το δει κανείς δεν αποτελεί ακριβώς «βέλτιστη πρακτική».
Πέραν αυτών, όμως, και εδώ ισχύει η ανάγκη αποφυγής των δύο μέτρων και δύο σταθμών. Γιατί μπορεί να υπήρξαν όντως πλήθος δανείων που χορηγήθηκαν με προβληματικούς όρους, όμως τέτοιες πρακτικές συνεχίστηκαν και επί των ημερών του ΣΥΡΙΖΑ.
Ο ΣΥΡΙΖΑ, μεταξύ των πολλών άλλων, υποσχέθηκε ότι θα ξεσκέπαζε τα σκάνδαλα των προηγούμενων κυβερνήσεων και ταυτόχρονα θα διόρθωνε τους μηχανισμούς που τα γεννούν. Όμως, στην πράξη πολύ λίγα έκανε σε αυτή την κατεύθυνση.
Ακόμη και σε υπαρκτά σκάνδαλα που ανέδειξε, όπως ήταν αυτό της Novartis, η έμφασή του δεν ήταν στο να αναδειχτούν οι μηχανισμοί που το γέννησαν, αλλά στην αναζήτηση δυνατοτήτων παραπομπής πολιτικών αντιπάλων.
Μόνο που μια τέτοια αντιμετώπιση στο τέλος καταλήγει στο ακριβώς αντίθετο άκρο: στη συγκάλυψη και όχι στη διόρθωση.
Αυτό είναι πάντα το πρόβλημα όταν μια χώρα μπει στο φαύλο κύκλο της ποινικοποίησης της πολιτικής ζωής με εργαλειακά και κοντόθωρα κριτήρια και όχι με ορίζοντα τον πραγματικό θεσμικό εκσυγχρονισμό.
Ο κ. Πολάκης, είτε θέλει να το παραδεχτεί είτε όχι, έγινε τμήμα αυτής της μεθόδευσης.
Ήταν αυτός που τα έλεγε χοντρά, που υποσχόταν στο κομματικό ακροατήριο ότι «εάν κάνουμε κοινωνική πολιτική και στείλουμε και μερικούς μέσα» θα κερδίσουμε τις εκλογές, που τον θαύμαζε ο κομματικός μηχανισμός γιατί «έδινε πόνο» από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Όμως, την ίδια στιγμή δεν είχαμε μεγάλη πρόοδο ως προς τη θεσμική θωράκιση απέναντι σε μελλοντικά σκάνδαλα. Και γι’ αυτό φέρει και αυτός ευθύνη.
Ο κ. Πολάκης υπεραμύνθηκε της ατομικής του εντιμότητας και αγωνιστικότητας. Δεν έχουμε κανένα λόγο να την αμφισβητήσουμε.
Όμως, αυτό δεν αναιρεί ότι αποτέλεσε τμήμα μιας κυβέρνησης που φάνηκε ασυνεπής στην υπόσχεσή της να φέρει τελικά άλλο ήθος στην άσκηση της εξουσίας.