Για διάφορα θέματα της επικαιρότητας τοποθετήθηκε η υπεύθυνη Πολιτικού Σχεδιασμού του ΠΑΣΟΚ–Κινήματος Αλλαγής, Άννα Διαμαντοπούλου, στην εκπομπή «Καθαρές Κουβέντες» στο Open.

Αναφερόμενη στις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και τον πόλεμο στην περιοχή, η Άννα Διαμαντοπούλου υπογράμμισε τη σημασία της ευρωπαϊκής στάσης, σημειώνοντας ότι «η κυβέρνηση ορθά συντάσσεται με την ευρωπαϊκή στάση αναφορικά με τα στενά του Ορμούζ. 

Θεωρώ πολύ σημαντικό το ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση πήρε μια πολύ καθαρή στάση σε έναν πόλεμο που δεν είναι δικός της, που δεν ρωτήθηκε, που δεν έχει καμία συμμετοχή σε αυτό».

Ασκώντας κριτική στην απουσία στρατηγικής των ΗΠΑ, τόνισε πως «κάθε μέρα που ξημερώνει, φαίνεται ότι είναι ένας πόλεμος που δεν έχουν στρατηγική, δεν έχουν στρατηγικό στόχο, το αλλάζουν μέρα με τη μέρα και τινάζουν σιγά σιγά την οικονομία του πλανήτη στον αέρα». 

Παράλληλα, εξέφρασε έντονο προβληματισμό για τις δολοφονίες ηγετών δηλώνοντας πως «είναι τρομακτικό να θεωρούμε αυτονόητο ότι μπαίνει κάποιος και σκοτώνει έναν ηγέτη. Σκοτώνει ένα στρατηγό, σκοτώνει ένα διπλωμάτη. Και αυτό να το πανηγυρίζει κιόλας».

Αναφερόμενη στον εθισμό της κοινής γνώμης στις εικόνες πολέμου, σημείωσε χαρακτηριστικά ότι «συνηθίσαμε τον πόλεμο στην Ουκρανία. Τώρα συνηθίζουμε τον πόλεμο με τους βαλλιστικούς πυραύλους στο Ιράν. Είναι σαν να είμαστε όλη η ανθρωπότητα μπροστά σε ένα Game Boy και παρακολουθούμε. Είναι τρομακτική αυτή η συνήθεια του πολέμου».

Κατέληξε στη θέση ότι η Ελλάδα πρέπει να παραμείνει εκτός εμπλοκής, τονίζοντας ιδιαίτερα τη σημασία της ελληνικής ναυτιλίας: 

«Η χώρα μας πρέπει να είναι όσο γίνεται πιο μακριά. Είναι ένας πόλεμος με τον οποίο δεν έχουμε καμία σχέση, με τον οποίο δεν πρέπει να εμπλακούμε. Δεν είμαστε σαν τις άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχουμε από τις μεγαλύτερες ναυτιλίες στον κόσμο. Και εδώ έχει πολύ μεγάλη σημασία και η διπλωματία μας».

Σχετικά με τις ευρωπαϊκές εξελίξεις, η Άννα Διαμαντοπούλου ανέδειξε σημαντικά ζητήματα που δεν έχουν συζητηθεί στη χώρα μας, όπως το άρθρο 28 και οι ενισχυμένες συνεργασίες: «Γίνεται τις επόμενες μέρες ένα πολύ σημαντικό συμβούλιο εξωτερικών υποθέσεων. Δεν έχει γίνει καμία συζήτηση στην Ελλάδα. Θα συζητηθεί το περίφημο άρθρο 28, ένα νέο καθεστώς για όλες τις επιχειρήσεις της Ευρώπης. Ούτε ξέρουμε τι είναι, ούτε ακούμε τι είναι, όπως και πολλά άλλα ζητήματα».

Αναφερόμενη στις ενισχυμένες συνεργασίες για άμυνα και ευρωπαϊκό ομόλογο, εκτίμησε ότι: «Θεωρώ ότι μπαίνουμε σε μία φάση όπου θα μπορούσαμε να μιλάμε για επανίδρυση της Ευρώπης. Μια νέα Ευρώπη, ίσως πιο μικρή, αλλά πολύ πιο ισχυρή, με πολύ πιο συγκεκριμένα στοιχεία. Χρειαζόμαστε εθνική στρατηγική και ταυτότητα για τα μεγάλα ζητήματα».

Για το ζήτημα των υποκλοπών, η Άννα Διαμαντοπούλου χαρακτήρισε την υπόθεση «Μαξίμου Gate», κάνοντας τον παραλληλισμό με το Watergate όπου «οι δημοσιογράφοι δεν το βάλανε κάτω και αποδείξανε ότι ήταν εν γνώσει της κυβέρνησης ότι παρακολουθούνταν το Δημοκρατικό κόμμα. Έπεσε ο Νίξον. Εδώ έχουμε το & Μαξίμου Gate».

Κατήγγειλε ευθέως την εμπλοκή της κυβέρνησης, σημειώνοντας ότι «προκύπτει πως 4 ιδιώτες παρακολουθούν το μισό υπουργικό συμβούλιο, τον υπουργό Εθνικής Άμυνας, τον αρχηγό του στρατεύματος, τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Και αυτοί οι τέσσερις διαθέτουν τα πιο ακριβά μηχανήματα στον κόσμο, και οι ίδιοι λένε ότι τα μηχανήματά τους τα δίνουν μόνο σε κυβερνήσεις! Τι άλλο πρέπει να γίνει για να πούμε ότι η κυβέρνηση ήταν εμπλεκόμενη;».

«Θα πρέπει οι υπουργοί, που όλα τα ονόματά τους είναι στη διάθεση πια και εμπλέκονται, να πουν: Γιατί δεν ζήτησαν να μάθουν γιατί παρακολουθούνται; Αυτό είναι δημοκρατία;», τόνισε η πρώην υπουργός.

Αναφερόμενη στις δικαστικές εξελίξεις, σημείωσε ότι «το θέμα είναι στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Είναι στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Είναι στη Δικαιοσύνη. Η δημοσιογραφία έχει δώσει εξαιρετικά δείγματα. Τώρα ανοίγουν όλοι οι φάκελοι και θα κληθούν όλοι».

Σχετικά με τη λειτουργία του κράτους δικαίου, επεσήμανε ότι «προβλήματα λειτουργίας κράτους δικαίου έχουμε σίγουρα. Προβλήματα δικαιοσύνης και θεσμών έχουμε, αλλά αποδείχθηκε ότι υπάρχουν δικαστές στην Αθήνα. 

Γι’ αυτό επιμένουμε εδώ και δύο χρόνια ότι πρέπει να αλλάξει η διαδικασία εκλογής της ηγεσίας της δικαιοσύνης, γιατί δεν γίνεται να είναι υπό την απόλυτη ευθύνη της κυβέρνησης».

Σχολιάζοντας το αφήγημα «Μητσοτάκης ή χάος», η κα Διαμαντοπούλου τόνισε πως «τώρα έχουμε και & Μητσοτάκη και χάος» και τεκμηρίωσε τη θέση της αναλύοντας διεξοδικά την ενεργειακή πολιτική της κυβέρνησης. Όπως σημείωσε, «το 2019 έκλεισαν ό,τι υπήρχε από λιγνίτες, προέταξαν τις ΑΠΕ, τα φωτοβολταϊκά και τις ανεμογεννήτριες, χωρίς ωστόσο να επενδύσουν στα δίκτυα και στην αποθήκευση, με αποτέλεσμα η παραγόμενη ενέργεια να χάνεται. 

Για τους υδρογονάνθρακες, για τους οποίους έχει στρώσει το χαλί το ΠΑΣΟΚ από την περίοδο Πεπονή μέχρι τον Γιάννη Μανιάτη, επί 7 χρόνια δεν έκαναν τίποτα, όπως και στη γεωθερμία. 

Ξαφνικά θυμήθηκαν τους υδρογονάνθρακες ως μεγάλο εθνικό επίτευγμα, ενώ παράλληλα άνοιξαν το θέμα των πυρηνικών αντιδραστήρων, τους οποίους ο ίδιος ο κ. Μητσοτάκης είχε αποκλείσει. Αυτή είναι μια χαοτική πολιτική στην ενέργεια. Αυτό το «Μητσοτάκης ή χάος» υπάρχει σε κάθε τομέα».

Για τη στρατηγική του ΠΑΣΟΚ, η Άννα Διαμαντοπούλου υπερασπίστηκε τη διαδικασία διεύρυνσης, σημειώνοντας ότι «είναι μια πάρα πολύ σοβαρή και πολύ θετική ιστορία.

Το ΠΑΣΟΚ ανοίγει τις πόρτες του προς όλους τους ανθρώπους οι οποίοι θέλουν να έρθουν και αποδέχονται τις θέσεις του. Κάποιες φορές μπορούν να γίνουν και κάποια ατοπήματα, που είναι φυσιολογικό όταν έχει να επιλέξει κάποιος από έναν πολύ μεγάλο αριθμό ανθρώπων».

Η πρώην υπουργός χαρακτήρισε την αμφισβήτηση του Νίκου Ανδρουλάκη, ως «ένα από τα μεγαλύτερα λάθη. Δεν γίνεται να έχεις αρχηγό 1,5 χρόνο εκλεγμένο και να αμφισβητείς συνεχώς την ικανότητά του. Αυτό πραγματικά πρέπει να κοπεί και είναι στην ευθύνη όλων μας. Είναι ένα αδιέξοδο που κόβει το κλαδί πάνω στο οποίο καθόμαστε. Δεν υπάρχει ούτε ένας, ακόμα και αυτοί που κάνουν την πιο σκληρή κριτική, να πει ότι μπορούμε να κάνουμε κάτι άλλο. Έχει εκλεγεί, πρέπει να οδηγήσει το κόμμα στις εθνικές εκλογές. Δεν υπάρχει άλλη λύση» επεσήμανε.

Η Άννα Διαμαντοπούλου ανέδειξε τη δυναμική της βάσης του κόμματος, επισημαίνοντας ότι «προσήλθαν 175.000 άνθρωποι, σε μια πολύ γκρίζα εποχή, όταν η Νέα Δημοκρατία σε αντίστοιχη διαδικασία είχε 122.000. 

Οι ρίζες αυτού του κόμματος είναι πολύ βαθιές». Τόνισε επίσης ότι «δεν υπάρχουν παραταξιακά ψηφοδέλτια. Οι σύνεδροι είναι προσωπικότητες με ατομική ευθύνη και ατομική πολιτική ευθύνη. Όποιος

θεωρεί ότι έχει ένα τσουβάλι και βάζει μέσα ανθρώπους, κάνει πολύ μεγάλο λάθος».

Σε ερώτηση για πιθανή συνεργασία με τη Νέα Δημοκρατία, απάντησε πως «δεν υπάρχει κανένα δίλημμα. Υπάρχει η θέση του προέδρου και η απόφαση της πολιτικής γραμματείας. Το ΠΑΣΟΚ είναι κόμμα της σοσιαλδημοκρατίας, θα κατεβεί αυτόνομο στις εκλογές, θα προχωρήσει σε διεύρυνση. 

Πολιτικός του και ιδεολογικός του αντίπαλος είναι η Νέα Δημοκρατία και δεν θα συνεργαστεί με τη Νέα Δημοκρατία. Ο στόχος του είναι η πρώτη θέση. Σε αυτά δεν διαφωνεί κανένας».

Σε ερώτηση για την υπόθεση Παναγόπουλου και τις εισηγήσεις στελεχών για αλλαγές στην ΠΑΣΚΕ, η κα Διαμαντοπούλου απάντησε ότι «η ΠΑΣΚΕ είναι μία αυτόνομη οργάνωση. Το ΠΑΣΟΚ, με δεδομένο το τεκμήριο αθωότητας με το οποίο ξεκινάμε πάντοτε για όλους τους ανθρώπους, έχει κάνει σαφές ότι θα ήταν καλό, μέχρι να ξεκαθαρίσει η υπόθεση, με δική του επιλογή να μην υπήρχε συμμετοχή σε αυτή τη φάση του κ. Παναγόπουλου. Η ΠΑΣΚΕ είναι αυτόνομη για να αποφασίσει πώς θα κινηθεί».

Τέλος, κατήγγειλε τη στρέβλωση της δημόσιας συζήτησης, σημειώνοντας ότι «υπάρχει τέτοια γκάμα προβλημάτων που δεν λύνονται. 110 δήμοι θα χρεοκοπήσουν, η περιφέρεια ερημώνει, 7 χρόνια δεν έχει γίνει πολιτική για την τοπική αυτοδιοίκηση και η δημόσια συζήτηση είναι για το αν βήξει ένα στέλεχος του ΠΑΣΟΚ. 

Αυτό είναι μια διατεταγμένη υπηρεσία μέσων». Κατήγγειλε παράλληλα τις απευθείας αναθέσεις σε συμβούλους, τονίζοντας ότι «το 1,5 δισ. ευρώ απευθείας αναθέσεις σε συμβούλους είναι ένα θέμα που ήρθε στη Βουλή και θα πρέπει να εξηγηθεί».

Υπενθύμισε δε τα αιτήματα του ΠΑΣΟΚ για λογοδοσία, σημειώνοντας ότι «για τον ΟΠΕΚΕΠΕ θέσαμε το θέμα της νέας επιστολής που αποδεικνύεται ότι ο κ. Μητσοτάκης ήξερε και παραήξερε», τονίζοντας ότι «εμείς δεν δεχόμαστε την εξεταστική και θέλουμε να πάμε σε προανακριτική».