Σε νέα φάση εισέρχεται η διπλωματική κινητικότητα στην Ανατολική Μεσόγειο, μετά την κύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της ανατολικής Λιβύης. Η Αθήνα και το Κάιρο εντείνουν τον συντονισμό τους, επιδιώκοντας να ενισχύσουν τη μεταξύ τους συμφωνία για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών και να διαμορφώσουν ένα ισχυρότερο διπλωματικό πλαίσιο απέναντι στις τουρκικές επιδιώξεις στην περιοχή.

Κεντρικό σημείο των εξελίξεων αποτελεί η απόφαση των υπουργών Εξωτερικών Ελλάδας και Αιγύπτου, Γιώργου Γεραπετρίτη και Μπαντρ Αμπντελάτι, να προχωρήσουν σε νέες διαβουλεύσεις για την επέκταση της συμφωνίας οριοθέτησης της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ), η οποία υπογράφηκε τον Αύγουστο του 2020. Η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς επαναφέρει στο προσκήνιο το ενδεχόμενο διευθέτησης εκκρεμοτήτων σε μια θαλάσσια περιοχή με αυξημένο γεωπολιτικό, ενεργειακό και στρατηγικό ενδιαφέρον.

Η Αθήνα επιδιώκει να αξιοποιήσει τη νέα συγκυρία, ενισχύοντας τη συνεργασία με την Αίγυπτο και επαναφέροντας στο τραπέζι το ζήτημα της οριοθέτησης ανατολικότερα του 28ου μεσημβρινού. Πρόκειται για μια περιοχή που συνδέεται άμεσα με τις ελληνικές θέσεις για την επήρεια των νησιών στη χάραξη των θαλάσσιων ζωνών, αλλά και με τις ευρύτερες διαφωνίες που προκαλεί το τουρκολιβυκό μνημόνιο.

Η επέκταση της ΑΟΖ στο επίκεντρο των συνομιλιών

Η συμφωνία Ελλάδας και Αιγύπτου του 2020 αποτέλεσε σημαντικό βήμα για την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών στην Ανατολική Μεσόγειο. Προέβλεψε μερική οριοθέτηση μεταξύ των δύο χωρών, καλύπτοντας τη θαλάσσια περιοχή μεταξύ του 26ου και του 28ου μεσημβρινού.

Ωστόσο, το ανατολικό τμήμα της οριοθέτησης παρέμεινε σε εκκρεμότητα, αφήνοντας ανοιχτό ένα κρίσιμο πεδίο διαπραγμάτευσης. Η επανέναρξη των συνομιλιών δημιουργεί πλέον τη δυνατότητα να εξεταστεί η επέκταση της συμφωνίας προς ανατολάς, με την ελληνική πλευρά να επιδιώκει την κατοχύρωση των θέσεών της για τη θαλάσσια περιοχή που περιλαμβάνει τη Ρόδο, την Κάρπαθο και το σύμπλεγμα του Καστελόριζου.

Η αναγνώριση της επήρειας των ελληνικών νησιών αποτελεί πάγια ελληνική θέση και βρίσκεται στον πυρήνα της διαφωνίας με την Τουρκία. Το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019 χαράσσει θαλάσσια όρια μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης, παραγνωρίζοντας, κατά την ελληνική θέση, τα δικαιώματα των ελληνικών νησιών, συμπεριλαμβανομένης της Κρήτης.

Η επέκταση της ελληνοαιγυπτιακής συμφωνίας θα μπορούσε, συνεπώς, να ενισχύσει τη νομική και διπλωματική επιχειρηματολογία της Αθήνας απέναντι στις διεκδικήσεις που αποτυπώνονται στο μνημόνιο. Δεν συνεπάγεται, ωστόσο, αυτομάτως την τυπική ακύρωσή του ούτε προδικάζει το περιεχόμενο μιας μελλοντικής συμφωνίας. Η έκταση της οριοθέτησης και οι τελικοί όροι θα εξαρτηθούν από την πορεία των διαπραγματεύσεων και τη σύγκλιση των δύο πλευρών.

Το μήνυμα Αθήνας και Καΐρου προς την Άγκυρα

Η κύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη Βουλή της ανατολικής Λιβύης επαναφέρει στο προσκήνιο μια διαμάχη που παραμένει ανοιχτή από το 2019. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αποκτά πρόσθετη βαρύτητα, καθώς η Λιβύη εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από πολιτική και θεσμική διάσπαση, με ανταγωνιστικά κέντρα εξουσίας στα ανατολικά και τα δυτικά της χώρας.

Η Αθήνα απορρίπτει τη συμφωνία ως αντίθετη προς το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας και υποστηρίζει ότι δεν μπορεί να παράγει νόμιμα αποτελέσματα εις βάρος των δικαιωμάτων τρίτων κρατών. Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και το Κάιρο, το οποίο έχει διατυπώσει τη δική του αντίθεση στην κύρωση, επισημαίνοντας ότι δεν έχει έννομα αποτελέσματα έναντι της Αιγύπτου.

Η κοινή στάση των δύο χωρών αποτελεί σημαντικό διπλωματικό δεδομένο. Η Ελλάδα επιδιώκει να αποτρέψει τη δημιουργία τετελεσμένων στην περιοχή, ενώ η Αίγυπτος έχει επίσης συμφέρον να διασφαλίσει τη θέση της σε μια θαλάσσια ζώνη όπου διασταυρώνονται ανταγωνιστικές διεκδικήσεις και περιφερειακές επιδιώξεις.

Η σύγκλιση αυτή, πάντως, δεν εξαλείφει τις δυσκολίες. Το Κάιρο διατηρεί ευρύτερες περιφερειακές επιδιώξεις και καλείται να ισορροπήσει μεταξύ των σχέσεών του με την Αθήνα και των εξελίξεων στις σχέσεις του με την Άγκυρα. Για την ελληνική διπλωματία, επομένως, η διατήρηση και η εμβάθυνση της συνεργασίας με την Αίγυπτο αποκτά ιδιαίτερη σημασία.

Η κρίσιμη ζώνη ανατολικά του 28ου μεσημβρινού

Το επόμενο στάδιο των διαπραγματεύσεων αναμένεται να επικεντρωθεί στις τεχνικές και διπλωματικές παραμέτρους της επέκτασης της οριοθέτησης. Η περιοχή ανατολικά του 28ου μεσημβρινού αποτελεί το πιο ευαίσθητο τμήμα της υπό συζήτηση διαδικασίας, καθώς συνδέεται με τις ελληνικές επιδιώξεις για την αναγνώριση της επήρειας των νησιών και με τις ανταγωνιστικές θέσεις που προβάλλει η Τουρκία.

Η Αθήνα επιδιώκει να διασφαλίσει ότι οποιαδήποτε νέα διευθέτηση θα βασίζεται στις αρχές του Διεθνούς Δικαίου και στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας. Η θέση αυτή αποτελεί το βασικό πλαίσιο μέσα στο οποίο επιδιώκεται να κινηθούν οι συζητήσεις με την Αίγυπτο.

Το ζητούμενο δεν είναι μόνο η διεύρυνση της υφιστάμενης συμφωνίας, αλλά και η ενίσχυση της διεθνούς θέσης των δύο χωρών μέσα από μια συμφωνημένη οριοθέτηση. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να περιορίσει τα περιθώρια αξιοποίησης ανταγωνιστικών χαράξεων ως βάση για μελλοντικές διεκδικήσεις.

Παράλληλα, η διαδικασία αναμένεται να απαιτήσει προσεκτικούς χειρισμούς, καθώς οι θαλάσσιες οριοθετήσεις προϋποθέτουν συμφωνία μεταξύ των ενδιαφερόμενων κρατών. Η πολιτική βούληση για συνέχιση των συνομιλιών αποτελεί αφετηρία, όχι εγγύηση για την επίτευξη άμεσης συμφωνίας.

Στο διπλωματικό πλέγμα και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα

Η ενίσχυση των σχέσεων με την Αίγυπτο εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια της Αθήνας να διευρύνει τις περιφερειακές της συνεργασίες. Σε αυτό το πλαίσιο, ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στη στρατηγική σχέση με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, με τα οποία η Ελλάδα διατηρεί στενούς δεσμούς σε πολιτικό, οικονομικό και αμυντικό επίπεδο.

Η συνεργασία με το Άμπου Ντάμπι προσφέρει στην Αθήνα ένα επιπλέον πεδίο συνεννόησης με έναν σημαντικό παράγοντα του Κόλπου. Η γεωγραφική θέση της Ελλάδας, η ισχυρή παρουσία της στη διεθνή ναυτιλία και ο ρόλος της ως κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης συναντούν τα οικονομικά, ενεργειακά και επενδυτικά συμφέροντα των Εμιράτων.

Οι σχέσεις αυτές αποκτούν μεγαλύτερη βαρύτητα σε μια περίοδο κατά την οποία η ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου συνδέεται με τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, στην Ερυθρά Θάλασσα και στον Περσικό Κόλπο. Η προστασία των θαλάσσιων οδών, η ενεργειακή ασφάλεια και η σταθερότητα των εμπορικών διαδρομών διαμορφώνουν ένα κοινό πεδίο ενδιαφέροντος.

Για την Αθήνα, η διεύρυνση αυτού του δικτύου συνεργασιών λειτουργεί συμπληρωματικά προς τη διπλωματική προσπάθεια με την Αίγυπτο. Δεν υποκαθιστά, όμως, την ανάγκη διμερών συμφωνιών και συγκεκριμένων νομικών διευθετήσεων για τις θαλάσσιες ζώνες.

Οι επόμενες κινήσεις και τα διπλωματικά περιθώρια

Το αμέσως επόμενο διάστημα θα είναι κρίσιμο για τη μετάβαση από τις πολιτικές δηλώσεις στην ουσιαστική διαπραγμάτευση. Αθήνα και Κάιρο καλούνται να προσδιορίσουν τα επόμενα βήματα, να εξετάσουν τις τεχνικές παραμέτρους της επέκτασης της οριοθέτησης και να διαπιστώσουν σε ποιο βαθμό μπορούν να γεφυρωθούν οι εκκρεμότητες που παραμένουν ανοιχτές.

Η ελληνική πλευρά επιδιώκει να αξιοποιήσει τη συγκυρία για να ενισχύσει τη θέση της, χωρίς να αφήσει περιθώρια ερμηνείας ότι αποδέχεται τις προβλέψεις του τουρκολιβυκού μνημονίου. Η εξέλιξη των συνομιλιών θα αποτελέσει, παράλληλα, ένδειξη του βαθμού στον οποίο η Αίγυπτος είναι διατεθειμένη να προχωρήσει σε μια ευρύτερη συμφωνία με την Ελλάδα, παρά τις περιφερειακές ισορροπίες που καλείται να διαχειριστεί.

Σε κάθε περίπτωση, η διπλωματική κινητικότητα δεν ισοδυναμεί ακόμη με οριστική διευθέτηση. Η επιτυχία της ελληνικής στρατηγικής θα κριθεί από τη δυνατότητα επίτευξης συγκεκριμένων συμφωνιών, την εδραίωση συμμαχιών και την αποτελεσματική αξιοποίηση του διεθνούς νομικού πλαισίου.

Η Ανατολική Μεσόγειος παραμένει πεδίο έντονου ανταγωνισμού, όπου οι ενεργειακοί πόροι, οι θαλάσσιες ζώνες και οι περιφερειακές συμμαχίες διαμορφώνουν ένα σύνθετο γεωπολιτικό περιβάλλον. Η επανενεργοποίηση των συνομιλιών Αθήνας και Καΐρου δημιουργεί μια νέα διπλωματική ευκαιρία για την Ελλάδα. Το αν αυτή θα οδηγήσει σε ουσιαστική επέκταση της ΑΟΖ και σε ισχυρότερη κατοχύρωση των ελληνικών θέσεων θα εξαρτηθεί από την πορεία των διαπραγματεύσεων και τις αποφάσεις που θα ληφθούν το επόμενο διάστημα.