Σε περίοδο αυξημένης γεωπολιτικής έντασης ενδέχεται να εισέλθουν το φθινόπωρο οι σχέσεις Ελλάδας και Τουρκίας, καθώς μια σειρά από ενεργειακά σχέδια της Αθήνας περνά από τη φάση του σχεδιασμού στην εφαρμογή. Οι έρευνες για υδρογονάνθρακες, η προετοιμασία της πρώτης θαλάσσιας γεώτρησης έπειτα από τέσσερις δεκαετίες και η επανεκκίνηση των εργασιών για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου διαμορφώνουν ένα σύνθετο σκηνικό σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο.
Η χρονική σύμπτωση των ελληνικών πρωτοβουλιών με την προώθηση του τουρκικού νομοσχεδίου για τη «Γαλάζια Πατρίδα» ανεβάζει περαιτέρω το πολιτικό και διπλωματικό θερμόμετρο. Η Άγκυρα επιχειρεί να διατηρήσει ενεργές τις μονομερείς διεκδικήσεις της, χρησιμοποιώντας ως εργαλεία τόσο το τουρκολιβυκό μνημόνιο όσο και τις αποφάσεις για τη δημιουργία θαλάσσιων πάρκων στο Βόρειο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Η Αθήνα αντιτείνει ότι οι κινήσεις της εδράζονται στο Διεθνές Δίκαιο και στο Δίκαιο της Θάλασσας, ενώ θεωρεί σημαντικό διπλωματικό πλεονέκτημα τη συμμετοχή μεγάλων αμερικανικών και γαλλικών επιχειρήσεων στα επίμαχα ενεργειακά σχέδια. Η παρουσία των Chevron και ExxonMobil στις έρευνες υδρογονανθράκων, καθώς και των Meridiam και Nexans στο καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου, διευρύνει το διεθνές αποτύπωμα των έργων και αυξάνει το πολιτικό κόστος οποιασδήποτε απόπειρας παρεμπόδισής τους.
Ο Νοέμβριος μήνας αποφάσεων
Κρίσιμος μήνας για το ελληνικό πρόγραμμα υδρογονανθράκων θεωρείται ο Νοέμβριος. Έως τότε αναμένεται να έχει ολοκληρωθεί η περιβαλλοντική αδειοδότηση για την πρώτη θαλάσσια γεώτρηση στο υπεράκτιο «Μπλοκ 2», το οποίο διαχειρίζεται το επενδυτικό σχήμα Energean–ExxonMobil–HELLENiQ ENERGY.
Η γεώτρηση αποκτά ιδιαίτερη συμβολική και οικονομική σημασία, καθώς θα είναι η πρώτη που πραγματοποιείται σε ελληνική θαλάσσια περιοχή εδώ και περίπου 40 χρόνια. Παράλληλα, θα αποτελέσει κρίσιμο τεστ για το κατά πόσο η Ελλάδα μπορεί να μετατρέψει τις υφιστάμενες παραχωρήσεις από μακροχρόνιες ερευνητικές διαδικασίες σε πραγματική επενδυτική δραστηριότητα.
Στις 11 Νοεμβρίου εκπνέει και η προθεσμία για την κατάθεση προσφορών στον διεθνή διαγωνισμό της Ελληνικής Διαχειριστικής Εταιρείας Υδρογονανθράκων και Ενεργειακών Πόρων. Αντικείμενό του είναι η συλλογή και επεξεργασία νέων σεισμικών δεδομένων σε θαλάσσιες περιοχές της Δυτικής και Νότιας Ελλάδας.
Οι σχεδιαζόμενες έρευνες μπορούν να καλύψουν το Ιόνιο και τις περιοχές νοτίως της Κρήτης, είτε στο σύνολό τους είτε κατά τμήματα. Θα περιλαμβάνουν δισδιάστατες ή και τρισδιάστατες απεικονίσεις του υπεδάφους, με σκοπό την ακριβέστερη αξιολόγηση πιθανών κοιτασμάτων. Το πεδίο αφορά τόσο παραχωρημένα οικόπεδα όσο και ελεύθερες περιοχές, για τις οποίες θα μπορούσε στο μέλλον να εκδηλωθεί νέο επενδυτικό ενδιαφέρον.
Οι κινήσεις της Chevron νότια της Κρήτης
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχουν τα επόμενα βήματα της Chevron. Ο αμερικανικός ενεργειακός όμιλος σχεδιάζει, σε συνεργασία με τη HELLENiQ ENERGY, σεισμικές έρευνες στα θαλάσσια οικόπεδα «Νότια Πελοπόννησος», «Α2», «Νότια της Κρήτης Ι» και «Νότια της Κρήτης ΙΙ».
Οι εργασίες εκτιμάται ότι θα μπορούσαν να ξεκινήσουν από το τελευταίο τρίμηνο του 2026 και να συνεχιστούν κατά τους πρώτους μήνες του 2027. Το σχήμα των δύο εταιρειών θα πρέπει να αποφασίσει εάν θα επιλέξει απευθείας εξειδικευμένο ανάδοχο ή αν θα αξιοποιήσει τη διαδικασία της ΕΔΕΥΕΠ.
Η συγκεκριμένη δραστηριότητα βρίσκεται στο επίκεντρο του ελληνοτουρκικού ανταγωνισμού, επειδή η Άγκυρα υποστηρίζει ότι τμήματα των περιοχών νοτίως της Κρήτης εμπίπτουν στα όρια που χαράζει το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Η ελληνική κυβέρνηση απορρίπτει το μνημόνιο ως ανυπόστατο και παράνομο, επισημαίνοντας ότι αγνοεί την ύπαρξη και τα θαλάσσια δικαιώματα ελληνικών νησιών, μεταξύ των οποίων και η Κρήτη.
Η συμμετοχή της Chevron δίνει, πάντως, στην υπόθεση σαφείς διεθνείς διαστάσεις. Δεν πρόκειται πλέον μόνο για μια διμερή διαφωνία μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας, αλλά για επενδύσεις στις οποίες εμπλέκεται άμεσα ένας από τους μεγαλύτερους ενεργειακούς ομίλους των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η Άγκυρα επαναφέρει τη «Γαλάζια Πατρίδα»
Την ίδια περίοδο η τουρκική κυβέρνηση αναμένεται να ολοκληρώσει το νομοσχέδιο για τη «Γαλάζια Πατρίδα», με πιθανό ορίζοντα κατάθεσης στο τουρκικό κοινοβούλιο τον Οκτώβριο. Μέσω αυτής της πολιτικής η Άγκυρα επιδιώκει να προσδώσει θεσμικό χαρακτήρα σε ένα ευρύ πλέγμα αξιώσεων στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Οι αποφάσεις της Τουρκίας για θαλάσσια πάρκα αξιολογούνται επίσης από την Αθήνα ως μια προσπάθεια δημιουργίας τετελεσμένων και έμμεσης προβολής δικαιοδοσίας σε αμφισβητούμενες περιοχές. Η ελληνική πλευρά αναμένεται να κινηθεί σε διπλωματικό επίπεδο, επιμένοντας ότι ζητήματα κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων δεν μπορούν να επηρεάζονται από μονομερείς νομοθετικές ή διοικητικές πράξεις.
Η εμπειρία δείχνει, ωστόσο, ότι κάθε ελληνική κίνηση για σεισμικές έρευνες ή γεωτρήσεις προκαλεί την αντίδραση της Τουρκίας, είτε με διπλωματικές ανακοινώσεις είτε με έκδοση NAVTEX και παρουσία πολεμικών πλοίων. Το ερώτημα είναι αν αυτή τη φορά η Άγκυρα θα περιοριστεί στη ρητορική ή θα επιχειρήσει να παρεμποδίσει τις εργασίες.
Το μεγάλο τεστ του καλωδίου Ελλάδας–Κύπρου
Το πλέον άμεσο και ενδεχομένως δυσκολότερο τεστ αφορά τον Great Sea Interconnector, την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου. Το έργο έχει στρατηγική σημασία, καθώς φιλοδοξεί να άρει την ενεργειακή απομόνωση της Κύπρου και να ενισχύσει τη διασύνδεση των αγορών ηλεκτρικής ενέργειας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Οι έρευνες βυθού είχαν διακοπεί έπειτα από την παρουσία τουρκικών πολεμικών πλοίων ανοιχτά της Κάσου, γεγονός που οδήγησε ουσιαστικά στο πάγωμα των εργασιών. Η επανεκκίνησή τους θα αποτελέσει δοκιμασία όχι μόνο για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις αλλά και για την αξιοπιστία ενός έργου ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος.
Νέα δυναμική δημιουργεί η συμφωνία του ΑΔΜΗΕ για την είσοδο της γαλλικής Meridiam στο μετοχικό κεφάλαιο του GSI, όπως και η συνεργασία με τη Nexans για τις απαραίτητες έρευνες και τεχνικές μελέτες. Η γαλλική παρουσία ενισχύει την πολιτική προστασία του έργου και προσθέτει έναν ακόμη κρίσιμο παράγοντα στην εξίσωση, καθώς το Παρίσι έχει επανειλημμένα εκφράσει ενδιαφέρον για την ασφάλεια και τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο.
Οι επενδυτές εκτιμάται ότι θα είναι έτοιμοι στις αρχές του φθινοπώρου να ζητήσουν την έκδοση NAVTEX για τη συνέχιση των υπολειπόμενων ερευνών βυθού. Η αντίδραση της Τουρκίας σε αυτή την κίνηση θα δείξει εάν υπάρχει περιθώριο ελεγχόμενης διαχείρισης της διαφωνίας ή αν η περιοχή οδηγείται σε νέα περίοδο έντασης.
Διπλωματικός μαραθώνιος για την Αθήνα
Για την ελληνική κυβέρνηση, η πρόκληση είναι διπλή. Από τη μία πλευρά καλείται να διασφαλίσει ότι τα έργα θα προχωρήσουν χωρίς νέες καθυστερήσεις, ώστε να μην πληγεί η αξιοπιστία της χώρας απέναντι στους διεθνείς επενδυτές. Από την άλλη, πρέπει να αποφύγει μια ανεξέλεγκτη κλιμάκωση με την Τουρκία, χωρίς όμως να αποδεχθεί περιορισμούς στην άσκηση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Η Αθήνα αναμένεται να επενδύσει στη διεθνοποίηση των έργων, στην ευρωπαϊκή τους διάσταση και στην παρουσία αμερικανικών και γαλλικών επιχειρήσεων. Παράλληλα, θα επιδιώξει τον συντονισμό με την Κύπρο, την Ευρωπαϊκή Ένωση, τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Γαλλία, ώστε οι επόμενες επιχειρησιακές κινήσεις να συνοδεύονται από ισχυρή πολιτική και διπλωματική υποστήριξη.
Το φθινόπωρο, επομένως, δεν θα κριθεί μόνο από το αν θα ξεκινήσει μία γεώτρηση ή αν θα επιστρέψουν τα ερευνητικά σκάφη στην Ανατολική Μεσόγειο. Θα κριθεί κυρίως από το εάν η Ελλάδα μπορεί να υλοποιήσει στρατηγικές ενεργειακές επενδύσεις σε περιοχές όπου η Τουρκία επιχειρεί να επιβάλει τις δικές της αξιώσεις. Και από το αν οι δύο πλευρές θα κατορθώσουν να κρατήσουν ανοιχτούς τους διαύλους επικοινωνίας, ενώ στο πεδίο θα δοκιμάζονται στην πράξη οι πραγματικές αντοχές της ελληνοτουρκικής προσέγγισης.